Εργατική τάξη – ένα φάντασμα που πλανάται ακόμα

by totalxliberation

Το παρόν είναι ένα κείμενο γραμμένο από την συλλογικότητα του εντύπου Diskordia

Εργατική τάξη – ένα φάντασμα που πλανάται ακόμα

Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η κοινωνία όπου ζούμε είναι ταξικά διαστρωματωμένη; Υπάρχουν διακρίσεις και είναι βαθιές και θεσμοθετημένες, καθορίζοντας τους όρους διαβίωσης και πρόσβασης στα υλικά και πνευματικά αγαθά που ο καθένας επιθυμεί. Πλούσιοι-φτωχοί, εκμεταλλευτές-εκμεταλλευόμενοι, κυρίαρχοι-κυριαρχούμενοι, δυνατοί και αδύναμοι και πάει λέγοντας.

Πώς γεννιούνται οι διακρίσεις/ταυτότητες αυτές όμως, πώς εδραιώνονται και αναπαράγονται; Και πάνω απ’ όλα, πώς θα μπορέσουν να καταστραφούν αποτελεσματικά; Ποιά είναι αυτά τα μονοπάτια σκέψης, ανάλυσης και δράσης που θα μπορέσουν οριστικά να τις καταστήσουν παρελθόν;
Κύριος στόχος επομένως του κειμένου, είναι να καταστεί σαφές γιατί είμαστε μακριά από το πλέγμα των εργατίστικων αντιλήψεων, που εκφράζονται στα ανατρεπτικά κινήματα. Ποιοί είναι οι λόγοι που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι το αναρχικό κίνημα πρέπει να αποτινάξει τα βαρίδια αυτά του…”ρεαλισμού”, που κάνουν κομμάτια του να ηχούν και να φέρονται εν μέρει, ως μια ριζοσπαστική εκδοχή κομματιών της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά
Φυσικά δεν θεωρούμε ότι όλες αυτές οι απόψεις αποτελούν μια ενιαία θεώρηση, κι αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν αρκετές διαφορές μεταξύ τους. Για κάποιες από τις απόψεις αυτές π.χ. η εργατική τάξη είναι αντικειμενικά επαναστατική, αφού βρίσκεται σε άμεση επαφή με τα μέσα παραγωγής, οπότε μπορεί να νεκρώσει την οικονομία, και κατακτώντας τα, να τα στρέψει προς όφελος της επανάστασης . Ενώ για κάποιες άλλες αποτελεί απλά το κατάλληλο όχημα ενοποίησης των καταπιεσμένων. Μάλιστα, τα πιο ορθόδοξα μαρξιστικά κομμάτια τους υποστηρίζουν ότι ο καπιταλισμός είναι “απαραίτητο στάδιο προς την επανάσταση και την αταξική κοινωνία”. Κι αυτό επειδή μέσω της ανάπτυξης βαριάς βιομηχανίας, αναπτύσσεται η εργατική/προλεταριακή συνείδηση, οπότε “γεννιούνται οι νεκροθάφτες του καπιταλισμού”…
Σαν φυσικό επακόλουθο, όσο μιλούν για την κεντρικότητα της “τάξης” αυτής και θεοποιούν αυτήν και τους όποιους εργατικούς αγώνες, άλλο τόσο υποτιμούν στη μεγάλη πλειοψηφία τους, αγώνες που δεν αφορούν εργασιακούς χώρους και τους μή εργάτες αγωνιζόμενους. Τοπικοί αγώνες για περιβαλλοντικά ζητήματα π.χ., ή αγώνες ενάντια στην καταστολή, για την πλειοψηφία τέτοιων οργανώσεων και ομάδων, μπήκαν στην…ατζέντα μετά τις “ευρωπορείες” ενάντια σε G8, δ.ν.τ., κτλ. Όταν δηλαδή φάνηκε ότι έχει ψωμί η υπόθεση..
Αν επομένως, ο βασικός κινητήριος μηχανισμός μιας θεώρησης για τη ζωή και τους αγώνες δεν είναι οικονομικός, τότε θεωρούν ότι δεν μπορεί να συγκινήσει τις.. μάζες, αφού μόνο η οικονομική πτυχή της καταπίεσης θεωρείται ως ικανή να προκαλέσει -νομοτελειακά για τους περισσότερους- την επανάσταση. Και χαρακτηρίζουν ως ανώριμη, τυχοδιωκτική ή και σεχταριστική τη λογική όσων αναγνωρίζουμε μεν ως εκμεταλλευτική την υπάρχουσα οικονομική συνθήκη, αρνούμαστε δε το ότι εκεί πρέπει να επικεντρώσουμε τον αγώνα μας.
[Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη θεμελιώδη σημασία της εργασίας για τη διατήρηση και αναπαραγωγή της υπάρχουσας κοινωνικής οργάνωσης, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι πλέον έχουν διαφοροποιηθεί κάποιες ισορροπίες. Πολύ μεγάλο ειδικό βάρος για την επιβίωσή της, έχει αναλάβει μια σχετικά πρόσφατη πτυχή των κυρίαρχων σχεδιασμών: να μας καταστήσουν μή δημιουργικούς, χωρίς πρωτοβουλίες, με περιορσμένες δεξιότητες και γεμάτους φόβο. Κι αυτό δεν αλλάζει απλά τις αποφάσεις αναφορικά με τα ζητήματα εργασίας˙ αναδιαρθρώνει τις δομές της εξουσίας, επαναπροσδιορίζει τις κεντρικές στρατηγικές της, και γεννά αμηχανία -μπροστά στις νέες συνθήκες- για τα όποια κινήματα.]
Μήπως όμως εδώ κάτι δεν πάει καλά; Μήπως οι εκφραστές απόψεων σαν αυτές αναπαράγουν -όχι απαραίτητα συνειδητά- τους ρόλους που η Κυριαρχία έχει τόσο έντεχνα και αποτελεσματικά μοιράσει; Μήπως έτσι στερούμαστε ενός πλούτου αναζητήσεων, επιχειρημάτων, δράσεων;
Ούτε η γενικότητα της αφαίρεσης που ονομάζεται “λαός”, ούτε καν το φάντασμα της κατα-κερματισμένης εργατικής τάξης μπορεί να είναι το όχημά μας προς την ατομική και συλλογική ελευθερία.
Το να βρίσκουμε στοιχεία που μας ενοποιούν απέναντι στην εξουσία είναι θεμιτό και απαραίτητο. Κι είναι επίσης απαραίτητο να υπάρχουν αυτές οι βάσεις που δημιουργούν δεσμούς και συνθήκες που δίνουν δύναμη και προοπτική σε όσους επιλέγουν να αγωνίζονται. Πάνω σε ποια βάση όμως γίνεται αυτό και με ποιό σκεπτικό; Ποιά είναι τα κριτήρια με τα οποία αναζητούμε την ενότητα, τις συμμαχίες και αντίστοιχα πού και πώς, θέλουμε να φτάσουμε;
Φυσικά και είναι γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι “προλεταριοποιούνται” – στην ουσία περιθωριοποιούνται- με την έννοια ότι οδηγούνται σε μια οικονομική εξαθλίωση, την οποία συχνά δεν μπορούν να αντιπαλέψουν ούτε καν …πουλώντας την εργατική τους δύναμη. Και είναι επίσης πασιφανές ότι οι εξαθλιωνόμενοι εργάτες δεν αποκτούν νομοτελειακά αντίστοιχη ριζοσπαστική συνείδηση ώστε να γίνουν…προλετάριοι. Το “σφάξε με αγά μου να εξεγερθώ”, δεν ισχύει!
Με το να αυτοκαθοριζόμαστε ως εργάτες-προλετάριοι, υιοθετούμε ένα ρόλο που δεν έχουμε θελήσει. Ενσωματώνουμε μια ταυτότητα που ομαδοποιεί και ομογενοποιεί βασιζόμενη στο τί μας στερούν και όχι στο τί συνειδητά επιλέγουμε. Ουσιαστικά, παλεύουμε για την αυτοκατάργησή μας ως προλετάριοι- που σαφώς είναι θεμιτό- το κάνουμε όμως χρησιμοποιώντας ως μέσο αυτό που θέλουμε να καταργήσουμε!!!
Κι επιπλέον, με τον τρόπο αυτό, ερμηνεύουμε την πραγματικότητα χρησιμοποιώντας αναλυτικά εργαλεία που έχουν προ πολλού σκουριάσει κι είναι πλέον αναποτελεσματικά, χάνοντας την ουσία της σημερινής εποχής όπου η εξουσία είναι πια διάχυτη στον κοινωνικό ιστό. Κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε μια πραγματικότητα πολύ διαφορετική από εκείνη της βιομηχανικής επανάστασης και των μετέπειτα κοινωνιών. Διαφορετική κι από τις πρόσφατες καταναλωτικές κοινωνίες της δανεικής καλοπέρασης. Η υπεραπλουστευμένη θέση, ότι η κοινωνία αποτελείται από καλούς και κακούς, από εργάτες με τους συμμάχους τους και αφεντικά με τους τσάτσους τους, απέχει πολύ από το να κατανοεί και να αντιμετωπιζει την πολυπλοκότητα της καπιταλιστικής μεταβιομηχανικής κοινωνίας.

Παλιέ κόσμε, υφαίνουμε ένα σάβανο για ‘σένα.
Ποιό είναι επομένως το βασικό θεμελιακό μας κοινό, αυτό που μπορεί πιο αποτελεσματικά αλλά και ουσιαστικά να μας κρατήσει όρθιους στη μάχη για την ελευθερία; Το ότι μας έχουν αποστερήσει τη δυνατότητα καθορισμού των όρων και συνθηκών της ύπαρξής μας. Ότι σε κάθε επίπεδο της ζωής κυριαρχεί η διαμεσολάβηση, το εμπόρευμα και η μαζοποίηση. Το ότι οι βιτρίνες με τα τσιμεντένια δέντρα της παραίτησης και της υποταγής μας κρύβουν τη μαγεία του δάσους της ελευθερίας.
Το επόμενο και απαραίτητο βήμα όμως μετά τη συνειδητοποίηση της κατάστασης που βιώνουμε, οφείλει να μην φέρει μέσα του τον κόσμο που θέλουμε να καταστρέψουμε, αλλά αυτόν που ψήγματά του ήδη καθημερινά δημιουργούμε ή ανακαλύπτουμε στη ζωή και τους αγώνες μας. Να σπάει τους δεσμούς με την ψυχολογική συνήθεια – βάση της εθελοδουλείας. Να αφαιρέσει επιτέλους από το λεξιλόγιό μας κάθε ίχνος από την ιδεολογία και τη γλώσσα της κυριαρχίας. Να θρυμματίσει τις αυταπάτες που δημιουργούν οι “ριζοσπαστικές” εκδοχές της για να οδηγούν το ανεξέλεγκτο, ως έννοια και πρακτική, βαθιά στο χωνευτήρι των θεσμών.
Και αυτό το βήμα δεν μπορεί παρά να είναι η οργάνωση και η δράση, σε όποιους χώρους κινούμαστε: παρέα, γειτονιά, σχολή, εργασία. Οργάνωση που εξαφανίζει την δυνατότητα δημιουργίας ηγεσιών και γραφειοκρατείας και πολεμά τις ήδη υπάρχουσες. Που σπάει την ηθική της εργασίας και προχωρά πέρα από τις αμυντικές μορφές αγώνα, σε μια μαχητική και σταθερή εναντίωση στις επιβολές των κυρίαρχων.
Ναι, οι μισθοί μειώνονται δραματικά παράλληλα με τα “εργασιακά δικαιώματα”. Ναι, η ανέχεια κι η εξαθλίωση παρέα με τις συνέπειές τους εξαπλώνονται πολύ γρήγορα, τόσο όσο κι ο εκφασισμός της κοινωνίας. Κι ακόμη, ναι, η επίθεση των κυρίαρχων δυναμώνει σταθερά, σε κάθε επίπεδο.
Η αντίθεσή μας όμως δεν έχει παρά μερικό αποτέλεσμα αν στοχεύει μονίμως στις συνέπειες και όχι στα αίτια αυτής της κατάστασης. Αν δεν αντιμάχεται την πίστη σε κόμματα και συνδικάτα. Δεν μπορεί να παραβλέπει την αλλοτρίωση, τον καταναλωτισμό, τη μαζοποίηση, το θέαμα και το εμπόρευμα. Ούτε να υποβαθμίζει τη σημασία της πατριωτικής πανούκλας, της πατριαρχίας, της ομοφοβίας, του μεσαιωνικού σκοταδισμού και της καταστροφής της φύσης. Δεν μπορεί να αγνοεί τους αμέτρητους αποκλεισμένους από την παραγωγική διαδικασία αλλά και από κάθε απόλαυση.
Οφείλει να επιτίθεται με το λόγο και την πράξη στις συνθήκες και τις νοοτροπίες που δημιουργούν και συντηρούν τον κατακερματισμό, που τσακίζουν τη μοναδικότητα και τη δημιουργικότητά μας στέλνοντάς τις στο περιθώριο.
Γιατί πλέον, για τις διάφορες πολιτικές και οικονομικές εξουσίες, ο μεγαλύτερος εχθρός είναι πιο πολύ από ποτέ ο εσωτερικός. Είναι εκείνοι που συνειδητοποιούν όχι απλά ότι πρέπει να μπει ένα φρένο στην βαρβαρότητα της αστικής και κάθε άλλης εξουσίας, αλλά ότι πρέπει πλέον να είμαστε σταθερά, φορείς της καταστροφής της.
Όσοι δεν πιστεύουν σε de facto επαναστατικά υποκείμενα, αλλά βασίζονται σε συνειδητές επιλογές. Εκείνοι που μιλώντας τη γλώσσα της εξέγερσης, ξεκινούν από τον εαυτό τους και συνεχίζουν να τη μεταδίδουν σε αυτιά που επιμένουν να μη μαγεύονται από τις σειρήνες της ευκαιριακής ευμάρειας. Επιμένουν να μάχονται για μια αναρχική επανάσταση χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις, με μνήμη, σχέδιο και προοπτική· για να καταστούν οι καταλύτες των ανατρεπτικών αγώνων, οι πυροκροτητές των εκρήξεων που θα ισοπεδώσουν τον κόσμο του θανάτου των επιθυμιών.
Οι ορδές των βαρβάρων που σπάνε τις αλυσίδες του πολιτισμού της υποταγής.

υ.γ: απολύομαι μωρό μου και τρελαίνομαι. 
Οι ενδιάμεσοι αιτηματικοί εργατικοί αγώνες είναι σαφώς μερικοί, και ως τέτοιοι δεν φέρουν πολλά από τα επαναστατικά που ζητάμε και προσδοκούμε από έναν αγώνα. Παρ’ όλη όμως την κριτική μας δεν είναι κάτι που μας αφήνει αδιάφορους, καθώς είναι ενδεικτικοί από τη μία των εξουσιαστικών σχεδιασμών κι από την άλλη των προθέσεων και της συνειδητοποίησης των αγωνιζόμενων ανθρώπων. Αποτελούν ένα κομμάτι της πολύμορφης αντίστασης κι είναι επιβεβλημένο πια να περάσουν στην επίθεση. Όταν διεξάγονται με αξιοπρέπεια και δυναμικότητα, με πάθος και ριζοσπαστικό πνεύμα, όπως ο αγώνας των εργατών της ΒΙΟ.ΜΕ. δεν μπορούμε παρά τις όποιες διαφωνίες να ανγνωρίζουμε σε αυτούς ένα μικρό ή μεγάλο κομμάτι μας.
Όταν όμως γίνονται με όρους όπως αυτοί των χαλυβουργών του βόλου, που αφού αδιαφόρησαν για τον αγώνα των συναδέλφων τους στην αθήνα και γαντζώθηκαν στο όποιο “βόλεμα” της έστω και κακοπληρωμένης δουλειάς τους, έρχονται τώρα να κλαφτούν για τις περαιτέρω πιέσεις κι απειλές της εργοδοσίας, τότε συγκρατούμε το σαδιστικό μας χαμόγελο από το να εκφραστεί, και εκφράζουμε απλά τη θέση μας : “η αλληλεγγύη δε χαρίζεται – κατακτιέται¨.

Advertisements