totalxliberation

Αγώνας για την Ολική Απελευθέρωση Γης – Ζώων – Ανθρώπων.

Κατηγορία: Κείμενα

Το δόγμα του ατομικισμού

Πηγή: Αδάμαστο

Το δόγμα του ατομικισμού – PDF A4

Το κείμενο αυτό είναι κάποιες σκέψεις πάνω στις διάφορες εκφάνσεις του «ατομικισμού» και ειδικότερα αυτού που αποκαλείται αναρχο-ατομικισμός, μηδενισμός ή εγωισμός. Η προσέγγιση του θέματος δεν προέρχεται από μια σοσιαλιστικού τύπου αντίληψη των πραγμάτων, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά από την οπτική του αγώνα για ολική απελευθέρωση από τα δεσμά του πολιτισμού και κάθε εξουσίας.

Advertisements

Εισήγηση της Συλλογικότητας Μαύρο/Πράσινο για την παρουσίαση της μπροσούρας ‘Οικοφασισμός’

Πηγή: Μαύρο/Πράσινο

Εισήγηση της Συλλογικότητας Μαύρο/Πράσινο για την παρουσίαση της μπροσούρας ‘Οικοφασισμός’

Το Ζήτημα της Ολικής Απελευθέρωσης

Με αφορμή αυτήν την πρώτη μας εκδήλωση-ανοιχτή κουβέντα, θεωρούμε σημαντικό να αναφέρουμε τους λόγους που μας οδήγησαν στην σύσταση αυτής της ομάδας και στις μετέπειτα δραστηριότητες μας. Ως άτομα που δεν βλέπουμε την αναρχία ανθρωποκεντρικά, δηλαδή σαν κάτι που ξεκινάει και τελειώνει στην ελευθερία του ανθρώπου και στον τερματισμό της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, νιώσαμε την ανάγκη να δημιουργήσουμε μια ομάδα που να συμπεριλαμβάνει αυτά τα κάπως πεταμένα-στην-γωνία θέματα στην γενικότερη ατζέντα του αγώνα. Σε αυτό συνετέλεσε και το γεγονός πως ο αναρχικός χώρος έχει μεγάλη έλλειψη από έναν λόγο που να δημιουργεί προτάγματα απελευθέρωσης των μη-ανθρώπινων ζώων και της φύσης. Έτσι, με σκοπό όχι τον μονοθεματισμό αλλά τη διεύρυνση των προταγμάτων για ελευθερία, παλεύουμε για την ολική απελευθέρωση, εξαπολύοντας έναν πόλεμο προς όλα τα μέτωπα της εξουσίας, καθώς δε βρίσκουμε ούτε ηθικούς ούτε πολιτικούς διαχωρισμούς ανάμεσα στην εκμετάλλευση των ανθρώπων, των άλλων ζώων και της γης. Για εμάς όλα αυτά είναι μέρος της εξουσιαστικής δίψας για έλεγχο και επιβολή. Βασικό συστατικό της διαιώνισής της είναι η προγραμματισμένη δολοφονία δισεκατομμυρίων όντων για χάρη της παραγωγής, της προόδου και της ευημερίας του ανθρώπινου κόσμου. Όπως ακριβώς, εδώ και χιλιάδες χρόνια, υπάρχει η εκμετάλλευση και η δουλεία των ανθρώπων από τους εκάστοτε εξουσιαστές, έτσι λοιπόν, αυτοί οι ίδιοι εκμεταλλεύονται τα μη-ανθρώπινα ζώα και τη γη, βλέποντάς τα ως φυσικούς πόρους και πηγές ενέργειας, τροφής, ρουχισμού και διασκέδασης. Η μερική απελευθέρωση δεν μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά, μιας και δεν σταματάει την λειτουργία της εξουσίας. Μόνο με την καταστροφή κάθε εξουσίας θα μπορέσουμε να φτάσουμε στην ολική απελευθέρωση.

Μόνο αν ξεπεράσουμε τη σάπια αντίληψη του ανθρωποκεντρισμού και τη παραδοσιακή μαρξιστική επιστημονική-υλιστική αντίληψη για το κόσμο τότε θα σταματήσουμε να εθελοτυφλούμε και να διαχωρίζουμε αγώνες, δικαιολογώντας τη βαναυσότητα του ανθρώπινου είδους απέναντι στα άλλα ζώα και στη γη. Η εξουσία είναι μία και δε μπορούμε να τη κομματιάσουμε και να τη τοποθετήσουμε σε γυάλες και δοχεία, σπάζοντας αυτά που μας συμφέρουν και κρύβοντας τα άλλα σε μακρινά ντουλάπια στις αποθήκες, ώστε να μην τα βλέπουμε. Επειδή οι χώροι βασανισμού των μη ανθρώπινων ζώων (εργαστήρια πειραμάτων, κρεατοβιομηχανίες…) δε βρίσκονται σε κοινή θέα δε σημαίνει ότι απενεχοποιούμαστε με τη χρήση των αντίστοιχων προιόντων τους. Η άγνοια δεν μετράει πλέον σαν δικαιολογία, μιας και όλοι γνωρίζουν το τεράστιο ρόλο που έχει για την εξουσία και τον καπιταλισμό η ιδιοκτησία
και εκμετάλλευση της γης και των όντων της. Όταν μιλάμε για τη καταστροφή κάθε εξουσίας και για τη λευτεριά όσων είναι στα κελιά, δε μπορούμε να μιλάμε μόνο για το ανθρώπινο είδος. Κάνοντάς το αυτό, λειτουργούμε διαχωριστικά και εξουσιαστικά απέναντι στα άλλα είδη και στη φύση. Δεν είμαστε το μόνο είδος που υποφέρει και πασχίζει για την ελευθερία του. Ο διαχωρισμός των ειδών είναι ίδιος με τον διαχωρισμό των φυλών, των φύλων και των τάξεων. Όταν συνειδητοποιήσουμε πως δεν είμαστε μόνοι μας στο κόσμο, πως υπάρχει η ανάγκη, τώρα περισσότερο από ποτέ, ο πολύμορφος αναρχικός αγώνας να διευρυνθεί και να παλέψει για την ολική απελευθέρωση χωρίς συμβιβασμούς δηλαδή τη καταστροφή κάθε εξουσίας και εκμετάλλευσης απ’ όπου κι αν προέρχεται και όπου κι αν καταλήγει, τότε μόνο θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για την αναρχία και την απελευθέρωση με αληθινούς όρους.

Πράσινος Καπιταλισμός – Πράσινη Ανάπτυξη

Ο καπιταλισμός είναι ένα στυγνό οικονομικό σύστημα, όπου όλες οι σχέσεις είναι διαμεσολαβημένες από την ιδιοκτησία και το χρήμα. Μπορούμε, λοιπόν, να αναλογιστούμε τί μπορεί να σημαίνει αυτή η πολυσυζητημένη πράσινη ανάπτυξη-πράσινος καπιταλισμός.

Καθημερινά δεχόμαστε καταιγισμό από “πράσινες” εικόνες, εταιρείες να “σκίζονται” για τη διάσωση της φύσης και κάποιες για τα δικαιώματα των ζώων. Παντού σου λένε το γιατί να ανακυκλώνεις-καταναλώνεις. Μία καλοστημένη φάρσα της “οικολογικής ζωής”, λαμπτήρες οικολογικοί, οικολογικά αυτοκίνητα1, καλλυντικά χωρίς βασανισμό ζώων2, οικολογικά απορρυπαντικά ρούχων3, ανακύκλωση και ου το καθεξής. Πίσω από το οικολογικό αυτοκίνητο όμως τί κρύβεται; Μία ολόκληρη βιομηχανία, καινούργια, που στήθηκε για τα συμφέροντα του νέου πράσινου καπιταλισμού (και ας μας λένε ότι χρησιμοποιούν οικολογικά φίλτρα στα εργοστάσια). Όλη αυτή η πράσινη ζωή στήθηκε για να καλύψει στους καταναλωτές τα κενά των υποτιθέμενων οικολογικών ανησυχιών τους, που προκλήθηκαν από τη καταστροφή της γης. Έτσι, λοιπόν, εναποθέτονται οι ευθύνες αυτών των καταστροφών με ένα περίτεχνο τρόπο στους καταναλωτές. Αν ζεις, λοιπόν, “οικολογικά” θα βάλεις το λιθαράκι σου στη διάσωση της γης όπου όλοι μαζί “ισότιμα” καταστρέφουμε. Έτσι, αν απλά μία μέρα το χρόνο σβήνουμε όλοι την ίδια ώρα τα φώτα μας, έχουμε κάνει το χρέος μας απέναντι στη γη και μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι. Το εκάστοτε κράτος και οι εταιρείες του όμως συνεχίζουν να ρυπαίνουν να ρουφάνε τη γη και να την αποστραγγίζουν.

Δε μπορεί να υπάρξει “καλός” καπιταλισμός καθώς ούτε ”καλή” εκμετάλλευση, σκοπός είναι το κέρδος και δε μας πείθουν με διαφημιστικά τερτίπια. Το ίδιο σάπια και βαριά είναι η βιομηχανία τους πίσω από τις πράσινες ταμπέλες που τη χρωματίζουν.

Δε βλέπουμε τους εαυτούς μας σαν σωτήρες της γης και των ζώων αλλά τα τοποθετούμε δίπλα, μαζί, σαν ολότητητα. Η ελευθερία είναι μία και σαν τέτοια πρέπει να την αντιμετωπίζουμε, ολική απελευθέρωση για τα ανθρώπινα και μη ζώα και τη γη σαν σύνολο, σεβασμός στη ζωή, ώσπου η εκμετάλλευση και οι σχέσεις εξουσίας να εξαλειφθούν. Γιατί μέχρι να παρουσιαστεί η ελευθερία σε όλο της το μεγαλείο, θα είμαστε όλοι δέσμιοι. Για τους λόγους αυτούς, για εμάς, δε τίθεται κανένας συμβιβασμός ενός λιγότερο βάναυσου καπιταλισμού, πιο “πράσινου” και με λιγότερη (νόμιμη) εκμετάλλευση. Ενός καπιταλισμού, που θα εκμεταλλεύεται τη γη “οικολογικά” και θα βασανίζει τα ζώα στα σφαγεία λιγότερο και με πιο ανώδυνους τρόπους θανάτωσης. Ούτε βέβαια με κάποιο είδος στείρου φιλοζωισμού, που βλέπει τα ζώα σαν δευτερεύοντα όντα, που πρέπει να κρίνουν οι άνθρωποι για αυτά. Τα διαχωρίζει αλλά τα αγαπάει και θέλει να περνάνε καλά στο υπάρχον σύστημα, μεταρρυθμίζοντας νόμους και παζαρεύοντας για να υποφέρουν λιγότερο.

1. Τα καύσιμα για αυτό το οικολογικό αυτοκίνητο προέρχονται από πράσινη εταιρεία και αυτά. Ας παραδειγματιστούμε με την shell, που εκμεταλλεύεται το 80% μίας περιοχής ιδιαίτερων εδαφών στον αμαζόνιο, όπου ζουν πολλά ζώα που απειλούνται με εξαφάνιση, καλλιεργώντας ατελείωτες εκτάσεις γης για βιοκαύσιμα.
2. Τα body shop, που έχουν οργανώσει γιγαντιαίες καμπάνιες ενάντια στα πειράματα με ζώα, είναι θυγατρική εταιρεία της loreal, μία από τις πιο ενεργές εταιρείες στις ζωοτομές για τον ανθρώπινο καλλωπισμό.
3. π.χ. τα planet της εταιρείας Rolco, που ενώ πλασσάρονται ως πιο φιλικά προς το περιβάλλον και τη γη, η Rolco κάνει πειράματα σε ζώα.

Φιλοζωία – Αριστερή Οικολογία

Μετά την άνοδο του “πράσινου καπιταλισμού” και της “πράσινης ανάπτυξης”, τη τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα, παρατηρούμε μία ολοένα αυξανόμενη “οικολογική συνείδηση” στους Έλληνες1. Πίσω, βέβαια, από αυτό το προσωπείο κρύβονται τα όποια οικονομικά-πολιτικά συμφέροντα του καθενός που προπαγανδίζει αυτήν την οικολογία.

Υπάρχουν πολλών ειδών οικολόγοι-φιλόζωοι (μία ορολογία που δε την αποδεχόμαστε για αυτοχαρακτηρισμό), με τους οποίους έχουμε
πολλές διαφορές καθώς οι περισσότεροι χρησιμοποιώντας επικοινωνιακά τρικ επιλέγουν με έννομους και εξουσιαστικούς τρόπους να προωθήσουν την οικολογία-φιλοζωία έχοντας ως τελικό στόχο τη δικιά τους
αυτοπροβολή και το δικό τους συμφέρον. Ενώ εμείς μιλάμε για την Ολική Απελευθέρωση αθρώπινων και μη ζώων ενάντια σε εξουσιαστικές λογικές-πρακτικές από άνθρωπο σε ζώο και από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε φιλοζωικές οργανώσεις παντού. Οι συγκεκριμένες θίγουν πολλά ζητήματα, για τα οποία δεν υπήρχε ενημέρωση παλιότερα, κάνουν καταγγελίες και δημοσιεύουν τις άθλιες συνθήκες σε καταφύγια ζώων-κυνοτροφεία, περιθάλπτουν αδέσποτα ζώα, εναντιώνονται στις αγοραπωλησίες ζώων στα pet shop και μαζεύουν υπογραφές για τη κατάργησή τους, κά. Όλα αυτά επαγρύπησαν πολλούς πολίτες, που τους ενδιέφερε το ζήτημα, να ενεργοποιηθούν και να δράσουν. Μέχρι εδώ όλα καλά καθώς όλα αυτά τα ζητήματα ήταν άγνωστα μέχρι πριν λίγα χρόνια. Με τα δικά τους μέσα, όπως εκφράζεται εξάλλου ο καθένας, αγωνίζονται υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων και κατά της περιβαλλοντικής καταστροφής. Όμως όλα αυτά λειτουργούν κάτω από μία ανθρωπιστική οπτική με μία επίκληση στο συναίσθημα. Γιατί οι ίδιοι που αγωνίζονται υπερασπιζόμενοι όλα τα παραπάνω, τάσσονται υπέρ των εκτρώσεων των αδέσποτων (και όχι μόνο) δηλαδή την ανθρώπινη παρέμβαση στην αναπαραγωγή και εξέλιξη αυτών. Η δικαιολογία είναι καθαρά συναισθηματική γιατί από τη μία “γεμίζουμε” αδέσποτα, των οποίων η τύχη είναι άγνωστη και συνήθως κακή και από την άλλη υποστηρίζουν ότι η στείρωση αποτρέπει σε μετέπειτα αρρώστιες και ταλαιπωρίες γενικά. Επίσης προωθούν πολύ τη τοποθέτηση μικροτσίπ στο οικόσιτο ζώο έτσι ώστε σε περίπτωση που χαθεί ή εγκαταληφθεί, ο ιδιοκτήτης του θα βρεθεί αμέσως.Έτσι, όπως και η πρόταση για τους ανθρώπους για κατ’οίκον περιορισμό με το γνωστό “βραχιολάκι”, και σε αυτή τη περίπτωση θα υπάρχει μία συνεχής παρακολούθηση και έλεγχος στα ζώα και κατ’επακολούθηση ένα ‘φακέλωμα’ των ιδιοκτητών. Αυτό έρχεται να προστεθεί μέσα στο μοντέλο της “καθαρής πόλης” με βάση τα πρότυπα άλλων χωρών της Ε.Ε. Ένα πρότυπο μίας “στειρωμένης” πόλης, όπου όλα θα είναι ελεγχόμενα, οι δρόμοι καθαροί, τοίχοι βαμμένοι καθαροί, το λιγοστό πράσινο καθαρό, κανένα αδέσποτο ζώο στους δρόμους και όλα αυτά ανάμεσα στις αποπνικτικές γκρίζες πολυκατοικίες (τι ειρωνία;!) και ανάμεσα στην αποπνικτική απ’το καυσαέριο ατμόσφαιρα. Ένα παράδειγμα αυτής της πόλης, που προωθούταν πολύ, ήταν το 2004 πριν τους ολυμπιακούς αγώνες όταν ξαφνικά εξαφανίστηκαν τα περισσότερα αδέσποτα ζώα από το κέντρο της Αθήνας. Επίσης, μη ξεχνάμε την υπόθεση με την εξαγωγή 102 σκυλιών από την Ελλάδα στην Ανκόνα της Ιταλίας, όπου αναμεμειγμένη ήταν η Ζ.Ο.Ε.Σ. (ζωοφιλική ομάδα εθελοντών σαλαμίνας πατρών). Η συγκεκριμένη οργάνωση, λοιπόν, ήταν μπλεγμένη σε εξαγωγές
και σε λαθρεμπόριο αδέσποτων ζώων. Κάποιες ‘φιλοζωικές’ οργανώσεις έχουν άλλου είδους προθέσεις.. Εμείς διακρίνουμε τους εαυτούς μας από αυτού του είδους τις λογικές και τις απαιτήσεις των οργανώσεων και τις αντίστοιχες πρακτικές της εξουσίας γιατί είμαστε πολιτικά σκεπτόμενα όντα και αντιμετωπίζουμε τα ζώα ισάξια μ’εμάς. Γι’ αυτό και θέλουμε να έχουν την ελευθερία που αποζητάμε και παλεύουμε και για τους ίδιους μας τους εαυτούς χωρίς βασανιστήρια, χωρίς φυλακές, χωρίς εξουσιαστές…

Ένα άλλο ρεύμα που υπάρχει τελευταία είναι οι αριστεροί οικολόγοι. Μέσα από τη κομματική τους ταμπέλα θέτουν επερωτήσεις στη βουλή και προωθούν τους προβληματισμούς τους και τις ανησυχίες τους για την αυξανόμενη περιβαλλοντική μόλυνση κλπ. Τους βλέπουμε σε πρωταγωνιστικό ρόλο να συμπαραστέκονται και να συμμετέχουν στον αγώνα στις Σκουριές, να πλασάρουν ένα οικολογικό ευρωπαικό μοντέλο αλλά και με αυτά τα μέσα τελικός τους στόχος είναι η ψηφοθηρία. Ένα ζωντανό παράδειγμα, περίπου το 2000 στη Μεσσηνία η Π.Ο.Τ.Α. (περιοχή ολοκληρωμένης τουριστικής ανάπτυξης) προσπαθεί να επιφέρει πολλές επενδυτικές αλλαγές (ξενοδοχειακή μονάδα, γήπεδο του γκολφ..) οι οποίες έχουν άσχημες επιπτώσεις στο φυσικό τοπίο, στη χλωρίδα, τη πανίδα, στη διατάραξη του οικοσυστήματος κλπ. Τα τότε αριστερά κόμματα (Συν-Σύριζα), που τόσο πονάνε για το περιβάλλον και τα ζώα, στάθηκαν βασικοί υποστηρικτές του έργου, επαινώντας τον επενδυτή (εφοπλιστής Κωνσταντακόπουλος) και έκριναν θετική την υλοποίηση του έργου για την ανάπτυξη της Μεσσηνίας. Το Κ.Κ.Ε. από την άλλη δε ψήφισε το σχέδιο αυτό και τόνισε ότι αυτό το έργο δε θα φέρει ανάπτυξη στη περιοχή και ότι θα προτιμούσε όλες αυτές οι ανέσεις που προσφέρει η συγκεκριμένη ξενοδοχειακή μονάδα να ήταν στα χέρια της εργατικής τάξης που δουλεύει για να το κατασκευάσει.!! Ένα ακόμη τρανό παράδειγμα, όπου γίνεται πεδίο γελοίων ψηθοθηρικών αντεγκλίσεων, είναι η παραγωγή της γούνας στη Καστοριά. Με αφορμή την Έκθεση Γούνας που οργανώθηκε στο εκθεσιακό κέντρο Metropolitan Expo της Αθήνας, στο διάστημα 26-29 Μαρτίου, ο Θέμης Δημητρακόπουλος (Μέλος της Γραμματείας του Τμήματος Οικολογίας και Περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ) με ένα άρθρο του ζητούσε να μπει «άμεσα φρένο στην ίδρυση νέων και στην επέκταση των υφιστάμενων μονάδων εκτροφής γουνοφόρων καθώς και στην επιδότηση κάθε δραστηριότητας που σχετίζεται με το γουνεμπόριο» καθώς και το τερματισμό τους. Οι ίδιοι οι σύντροφοί του, η τοπική Ν/Ε Καστοριάς του ΣΥΡΙΖΑ, του απάντησαν ότι τα τοπικά στελέχη τους έχουν δώσει μάχες για τον κλάδο, είτε ως γουνεργάτες είτε ως επιχειρηματίες. Επίσης, ότι «στέκονται αρωγοί στους Καστοριανούς που δραστηριοποιούνται στον κλάδο και ότι, εν τέλει, δεν υπάρχει καμία ανθρωπογενής δραστηριότητα που να μην επιδρά στο ευρύτερο οικοσύστημα»!! Τα παραδείγματα μιλούν από μόνα τους…

Βλέπουμε την αριστερά, λοιπόν, να προσπαθεί να αναπτύξει μία έντονη και σημαντική οικολογική προβληματική, να “εμποδίσει” την αυξανόμενη καταστροφή και εκμετάλλευση της γης και της φύσης, τα πειράματα σε ζώα… πράγμα δύσκολο γιατί όσο η κεφαλαιακή σχέση παραμένει κυρίαρχη, ο οικονομισμός επικρατεί στη πολιτική και το κράτος με τους μηχανισμούς του συνεχίζουν να έχουν το κύριο και καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της περιβαλλοντικής κρίσης, το ζήτημα αυτό (περιβαλλοντικό) θα παραμένει ένα πιόνι στη φιέστα των οικονομικών σχέσεων. Όλη αυτή η περιβαλλοντική κρίση δημιουργεί μία στροφή προς το “ατομικό” και το “ιδιωτικό” και επικρατεί μία “απολιτίκ” τάση απένατι στο ζήτημα. Αυτό είναι καθαρά εγωκεντρικό-ανθρωποκεντρικό καθώς αυτή η τάση τα βλέπει όλα από τη δικιά του οπτική με βάση το συμφέρον ανα περίπτωση. Οι σχέσεις αριστεράς-οικολογίας είναι προβληματικές καθώς ο ρόλος τους δε μπορεί να περιορίζεται σε μία Αριστερά με μία μικρή οικολογική πινελιά ούτε σε μία οικολογία με πολιτικές ευαισθησίες. Όλοι αυτοί οι άθλιοι, λοιπόν, που διατυμπανίζουν την οικολογία τους, ξεπουλάνε το τομάρι τους από τη μία στιγμή στην άλλη πάνω στη πλάτη της φύσης και των ζώων.

1. ανακύκλωση σκουπιδιών, μεγάλη προώθηση-διαφήμιση των βιολογικών προιόντων παρόλο που οι τιμές τους είναι αναντίστοιχες με το μέσο εισόδημα του καταναλωτή, το ευρωπαικό πρότυπο με ειδικούς κάδους και σακούλες και μπάτσους να επιβάλλουν πρόστιμα για τις ακαθαρσίες των σκύλων ,χρήση οικολογικών λαμπτήρων , κομποστοποίηση, χυτα-χυτυ, φωτοβολταικά-ανεμογεννήτριες και άλλες εναλλακτικές μορφές ενέργειας, κλπ. που όλα αυτά έχουν την αντίστοιχη διατάραξη του οικοσυστήματος, τη μόλυνση του περιβάλλοντος κά.

Οικοφασισμός

Κατά την άποψή μας η οικολογική αφέλεια και η γενικόλογη οικολογική ευαισθησία αποτελεί μία τελματώδη στάση απέναντι στο περιβαλλοντικό ζήτημα, που μπορεί να αποβεί μοιραία. Αυτό γιατί στη πραγματικότητα οι οικολογικές ιδέες διαθέτουν ένα σημαντικό ιστορικό διαστρέβλωσης και υποταγής στην υπηρεσία του φασισμού από την εποχή του τρίτου ράιχ. Το ναζιστικό κόμμα από νωρίς ανέπτυξε και ενίσχυσε ένα μυστικιστικό και ρομαντικό οικολογικό ρεύμα, το οποίο γρήγορα ενέταξε στις ιμπεριαλιστικές βλέψεις και στην εξάπλωση της γερμανικής γης. Φυσικά επρόκειτο για ένα ψευδή οικολογικό λόγο και μία κατ’επίφαση περιβαλλοντική ανησυχία. Η προστασία της φύσης γι’αυτούς συνεπαγόταν αυθαίρετα μία περιβαλλοντική καθαρότητα συνδυασμένη αναγκαίως με την φυλετική. Η τελευταία μαζί με τον ευγονισμό που το κόμμα προέτασσε περίτρανα συναντούσε σαφώς ως εμπόδιο τους “παρίες εβραίους”. Αναλυτικότερα, επικρατούσα εκείνη την εποχή υπήρξε μια αντι-αστική διάθεση, μια στροφή προς το αγροτικό περιβάλλον και μια εθνικιστική λατρεία της περιφέρειας. Ο γερμανικός λαός επεδίωξε εντόνως να εξαγνύσει την επιλογή του αυτή από τους παρείσακτους εβραίους, οι οποίοι για αυτόν ενσάρκωναν μια συνωμοσία της βιομηχανοποίησης και μια αναυθαιντικότητα ως προς τη γη. Η ίδρυση της “πράσινης πτέρυγας” του ναζιστικού κόμματος έδωσε μεγαλύτερη ώθηση στο έργο των ναζί. Ανέλαβε ένα ευρύ φάσμα από περιβαλλοντικά νομοθετήματα και διατάγματα τα οποία εμβάθυναν και ριζοσπαστικοποίησαν το αποτρόπαιο πρόταγμα της ρατσιστικής βίας και μίσους
τους. Η πράσινη πτέρυγα αφορμώντας από μία περιβαλλοντική θεωρία προσφιλή στο γερμανικό λαό, κατάφερε να αποκτήσει ψευδοθεμέλια για τις αιμοδιψείς γενοκτονίες που πραγματοποίησε. Όλα αυτά φυσικά στο όνομα του επίσημου δόγματός τους : “αίμα και γη”.

Οι Έλληνες νεοναζί δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεκμετάλλευτο το ευφυές σχέδιο των ιδεολογικών προγόνων τους. Έτσι ως άξιοι εκπρόσωποι του φασισμού στην Ελλάδα, η χρυσή αυγή υιοθέτησε αυτό το “αγνό” οικολογικό ενδιαφέρον. Στόχος τους φυσικά είναι ο συνδυασμός της οικολογίας με τον υποβόσκων εθνικισμό έτσι ώστε το όλο ζήτημα να βρίσκει απήχηση σε αθρώπους που δεν θεωρούν τον εαυτό τους απαραίτητα φασίστα. Παρακολουθούμε, λοιπόν, εδώ και μερικά χρόνια αυτήν την εμετική τους προσπάθεια για εμπλοκή σε ζητήματα της φύσης και των ζώων και μία κίβδηλη δραστηριοποίησή τους στον τομέα που οι ίδιοι επέλεξαν να ονομάσουν “πράσινη πτέρυγα”.

Τέλος, αυτό που θεωρούμε αναγκαίο είναι να διευκρινίσουμε τη θέση μας ως προς το οικολογικό ζήτημα και σαφώς να διακριθούμε από κάθε αισχρή φασιστολογία. Οφείλουμε να γνωρίζουμε πως η οικολογική κρίση εντάσσεται στο σαθρό κοινωνικό σύστημα, σε μία παράλλογη κοινωνία που επιτρέπει να διαρρέεται από εθνικιστικούς λόγους. Απαιτείται η άμεση καταστροφή του παρόντος κοινωνικού-οικονομικού συστήματος και όχι η αναδιάρθρωσή του με άλλους νόμους και κανόνες καθώς και η αναθεώρηση των σχέσεων ανθρώπου-φύσης. Αυτό που προτάσσουμε είναι η αναγκαίοτητα της πολιτικοποίησης της οικολογίας σε αντικαπιταλιστικά και αντιιεραρχικά πλαίσια. Ο αγώνας για την ολική απελευθέρωση της φύσης και των μη ανθρώπινων ζώων δε πρέπει να διακρίνεται από τον αγώνα της κοινωνικής απελευθέρωσης γιατί είμαστε ενάντια σε κάθε είδους εξουσιαστικές λογικές και πρακτικές, ενάντια σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης. Δεν αποτελούμε καμία πράσινη πτέρυγα ή κάποιο ρεύμα-τάση. Είμαστε αναρχικοί και πράττουμε με βάση την αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια, τη πολυμορφία, τη συνύπαρξη και παλεύουμε για μία ζωή με αξιοπρέπεια και όχι για επιβίωση.

Μια Εικόνα Από Το Εξωτερικό

Στην Αγγλία, στη Γαλλία, και στη Γερμανία, ο αγώνας για την υπεράσπιση και την απελευθέρωση των ζώων είναι ενεργός εδώ και αρκετά χρόνια. Αλλά, σε κάθε μία από αυτές τις χώρες, ο αγώνας έρχεται αντιμέτωπος με τον φασισμό.

Υπάρχουν δύο σενάρια:

1 – Τα ακροδεξιά κόμματα χρησιμοποιούν το ζήτημα της υπεράσπισης των ζώων για να απλώσουν το μήνυμα του μίσους τους.

2 – Το κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων μολύνεται από φασίστες.

{1} Αυτό το διάστημα στη Γαλλία, γίνεται μια μεγάλη καμπάνια από την ακροδεξιά στην κατεύθυνση του κινήματος της υπεράσπισης και απελευθέρωσης των ζώων.

Αυτή η καμπάνια ξεκίνησε κανονικά, έπειτα από αιτήματα των πολιτών για τη τοποθέτηση των πολιτικών πάνω στο ζήτημα της βαναυσότητας των ζώων, πριν από τις εκλογές του 2012. Δεξιά κόμματα, όπως το Εθνικό Μέτωπο, ανταποκρίθηκαν σε αυτό το αίτημα. Οι ομιλίες τους ασχολούνται μόνο με τον ‘χαλάλ’ τρόπο σφαγής, δηλαδή τη σφαγή των ζώων με τον παραδοσιακό γαλλικό τρόπο – χωρίς αναισθητικό. Είναι μία νέα στρατηγική για να προπαγανδίσουν τις ρατσιστικές τους ιδέες.

{2} Πράγματι, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ενοχλητική σχετικά με τα ζητήματα του αγώνα για τα ζώα, ο οποίος είναι μολυσμένος από ρατσιστικές, ομοφοβικές και φασιστικές δραστηριότητες και ανάλογη παρουσία ομάδων.

Αυτή η κατάσταση μπορεί να έχει διάφορα αίτια:

Α) Ο αγώνας για το ζήτημα των ζώων δεν υπάρχει καθόλου στους αντικαπιταλιστές, αναρχικούς ή αντιφασίστες ακτιβιστές, δίνοντας έτσι ελεύθερο χώρο για την διανομή αυτών των αηδιαστικών φασιστικών ιδεών, χωρίς μία ολική και δυναμική απάντηση.

Β) Ένα μεγάλο κομμάτι αυτού του αγώνα γίνεται για την υπεράσπιση των ζώων και όχι για την απελευθέρωση των ζώων, διαχωρίζοντάς τον έτσι, σε έναν μη-πολιτικό αγώνα, με αποτέλεσμα αυτό να οδηγεί στην αποδοχή, χωρίς κανένα πρόβλημα, την παρουσία, την υποστήριξη και την χρηματοδότηση από όλους. Όλα πρέπει να γίνονται και να εξετάζονται με μοναδικό στόχο την υπεράσπιση των μη-ανθρώπινων ζώων.

Επίσης, κατηγορούμε και τους ανθρώπους που λένε ‘πρώτα απ’ όλα οι άνθρωποι’, ενώ δε γνωρίζουν για το ζήτημα των ζώων, καθώς πολλοί από μας ακόμα σκεφτόμαστε πως ‘πρώτα απ’ όλα τα ζώα’!

Ο αγώνας μας για τα ζώα δεν πρέπει να είναι αποκλειστικός γιατί αφορά τους πάντες. Και ο άνθρωπος είναι ζώο! Το να αγωνίζεσαι για το ζήτημα των ζώων, σημαίνει να αγωνίζεσαι για την ισότιμη μεταχείριση όλων των συναισθανόμενων όντων. Και τα ανθρώπινα και τα μη-ανθρώπινα ζώα.

Ο ρατσισμός είναι η έκφραση του διαχωρισμού των ζώων και των ανθρώπων πάνω σε ηλίθιες υποκειμενικές ιδέες. Ο ρατσισμός δεν είναι πολιτική πεποίθηση καθώς υπάρχει σε όλα τα κόμματα και τις πολιτικές πλευρές (δεξιά και αριστερά). Ο ρατσισμός είναι μορφή διαχωρισμού – ο ίδιος διαχωρισμός που γίνεται απέναντι στα ζώα για τα οποία προσπαθούμε να δράσουμε για την υπεράσπιση τους – ο ίδιος τύπος διαχωρισμού που υπάρχει και για τις γυναίκες με τον σεξισμό και για τους ομοφυλόφιλους με την ομοφοβία.

Αυτό δεν σημαίνει την εμφάνιση του σε πολιτικές πεποιθήσεις ή στην προσκόλληση του σε οποιοδήποτε κόμμα! Αλλά το να δρας πάνω στην πολιτική, είναι το αληθινό της νόημα.

Μερικοί ακτιβιστές λένε πως ‘το ζώο δεν ενδιαφέρεται αν ο άνθρωπος που το σώζει είναι ρατσιστής, σεξιστής, ή ομοφοβικός’. Αυτή η άποψη ευτελίζει και αναπαράγει τους διαχωρισμούς πως κάποιοι άνθρωποι ακόμα υποφέρουν. Αλλά ειδικότερα, παραμένει ένα εσφαλμένο επιχείρημα μιας πολεμικής πεποίθησης. Όντως, η μαχητική παρέμβαση για τον αγώνα των μη ανθρώπινων ζώων, δεν είναι μόνο το να σώσεις μερικά ζώα ανάμεσα από τα δισεκατομμύρια που το χρειάζονται, αλλά είναι και η επιθυμία να αλλάξουμε τις νοοτροπίες ώστε κανείς πια να μην χρειάζεται να σώζει ζώα.

Πάντως, πολλοί άνθρωποι δεν είναι ακόμα ‘ευαίσθητοι’ προς το μήνυμα μας, ενώ την ίδια στιγμή, σε μεγάλη τους πλειοψηφία, καταδικάζουν τον ρατσισμό, τον σεξισμό και την ομοφοβία. Γι’ αυτό πρέπει να καταδικάσουμε και εμείς αυτούς τους διαχωρισμούς, ανοίγοντας τις αξίες του σεβασμού των ζώων σε αυτούς τους ανθρώπους. Δικαίως ισχυρίζονται πως οι ακτιβίστες του ζητήματος των ζώων βάζουν τα ζώα πρώτα απ’ όλα, ενώ πιστεύουν πως τα σλόγκαν τύπου ‘οι άνθρωποι πάνω απ’ όλα’ δεν έχουν απήχηση στον λόγο μας.

Κάθε ένας έχει σεβαστά αλλά ατελή επιχειρήματα και απόψεις γιατί είναι ένας παγκόσμιος αγώνας για την ηθική του σεβασμού για όλα τα ευαίσθητα όντα. Οι νοοτροπίες δε μπορούν να εξελιχθούν, διαχωρίζοντας τους ισχυρισμούς της κοινωνίας με κακές βάσεις επειδή αναπόφευκτα θα είναι αντιθετικοί και μετά θα περιφρονούνται ή θα δυσφημούνται (όπως συμβαίνει επί του παρόντος). Αυτό το διαπιστωμένο γεγονός θα μείνει έτσι, εφ’όσον οι ακτιβιστές υπέρ των ζώων δε λάβουν υπόψην αυτή τη πτυχή.

Ο ισχυρισμός της ηθικής είναι ο μόνος τρόπος για να ανοίξουν τα πνεύματα του μεγαλύτερου αριθμού των αθρώπων.

Ακόμα και να αληθεύει ότι οι ακτιβιστές υπέρ των ζώων δεν είναι τόσοι πολλοί, είναι απαραίτητο να διαχωρίζονται και πάλι από αυτό το ασυνεπής κίνημα, δίνοντάς του πραγματικές και θεμελιώδεις ηθικές βάσεις. Για παράδειγμα, στη Γερμανία και στην Αγγλία υπάρχουν 2 κινήματα υπέρ των ζώων : το ένα είναι λίγο-πολύ ρατσιστικό ανοιχτά και το άλλο ριζικά ενάντια στο πρώτο. Το καθένα από αυτά κάνει τις δικές του ενέργειες ξεχωριστά, χωρίς ποτέ να ενώνονται. Αυτό συμβαίνει σιγά-σιγά στη Γαλλία. Ο αγώνας υπέρ των ζώων έχει αρχίσει να χωρίζεται σε 2 : από τη μία η προστασία των ζώων από «τους φίλους της γάτας…» και τους φασίστες και ο αγώνας για την υπεράσπιση και την απελευθέρωση των ζώων από την άλλη, ένας αντισπισιστικός αγώνας.

Αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας στον αγώνα, ενάντια σε όλες τις μορφές των διακρίσεων και των κυριαρχιών, που βασίζεται στη φυσική
εμφάνιση, στη διανοητική ικανότητα, στην εθνική ή κοινωνική προέλευση, την ιθαγένεια, το φύλο, την σεξουαλική επιλογή ή το είδος, με τον σεβασμό του καθενός (αθρώπινου ή μη ζώου) και της βιοποικιλότητας. Δε συμβιβαζόμαστε με πρόσωπα ή οργανώσεις αντίθετες στις αρχές μας (όπως ενώσεις, σωματεία, πολιτικά κόμματα, ιδρύματα, θρησκείες, αιρέσεις, άλλα δίκτυα, μέσα μαζικής ενημέρωσης).

ΟΡΙΣΜΟΣ

Ο αντισπισισμός είναι ένα κίνημα που χρονολογείται από το 1970, το οποίο ισχυρίζεται ότι το είδος, στο οποίο ανήκει ένα ον, δεν είναι σχετικό ηθικό κριτήριο να αποφασίζει σχετικά με το τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζει αυτόν-ήν-ό καθώς και τα δικαιώματα που θα πρέπει να του-της χορηγηθούν. Ο αντισπισισμός αντιτίθεται στον ανθρωπισμό (ο οποίος τοποθετεί την ανθρώπινη φυλή πάνω απ’όλες τις άλλες), στη κακομεταχείρηση αλλά επίσης και στην εκμετάλλευση (χειρισμό) και στη κατανάλωση των ζώων από τα ανθρώπινα όντα.

Η λέξη «σπισισμός» εισήχθει το 1970 απ’τον άγγλο Richard Ryder και επαναλαμβάνεται το 1975 απ’τον φιλόσοφο Peter Singer.

Ο σπισισμός ορίζεται ως μία μορφή διακρίσεων σχετικά με το είδος, που τοποθετείται παράλληλα με όλες τις μορφές της κυριαρχίας, όπως τον ρατσισμό (διακρίσεις όσον αφορά τη φυλή) ή τον σεξισμό (διακρίσεις όσον αφορά το είδος). Πρακτικά, σύμφωνα με τον αντισπισισμό, αυτή η ίδεολογία δικαιολογεί και επιβάλλει την εκμετάλλευση και τη χρήση των ζώων από τα ανθρώπινα όντα, που δε θα γινόταν δεκτή αν τα θύματα ήταν αθρώπινα. Τα ζώα μεγαλώνουν και εκτρέφονται για να μας προμηθεύσουν με κρέας, αλιεύονται για τη κατανάλωσή μας, χρησιμοποιούνται ως αντικείμενα πειραμάτων για τα επιστημονικά μας συμφέροντα, εκδιώκονται για την ικανοποίηση των χόμπυ μας. Έτσι, σύμφωνα με τον αντισπισισμό, ο σπισισμός είναι μία κατακριτέα ιδεολογία και ένα κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων είναι απαραίτητο για να εξαλείψει αυτού του είδους τις διακρίσεις και τους διαχωρισμούς.

ECO-Καπιταλισμός

Το καπιταλιστικό σύστημα είναι ο πρώτος υπεύθυνος για την οικολογική κρίση που βιώνουμε. Η κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού είναι η άντληση κέρδους και η καπιταλιστική συσσώρευση, αναγκαία για την ανάπτυξη. Ο καπιταλισμός είναι που εφηύρε τα προϊόντα ‘’με ημερομηνία λήξης’’ προκειμένου να καταναλώνουμε και να πετάμε περισσότερο, λεηλατεί τους φυσικούς πόρους του Βορρά και του Νότου.

Δεδομένης της επίγνωσης των περιβαλλοντικών καταστροφών από
τον πληθυσμό, οι καπιταλιστές ανακάλυψαν μια νέα απάτη, το πώς να μετατρέψουν την πράσινη καπιταλιστική οικολογία σε κερδοφόρο εμπόριο.

Προσπαθούν να μας πείσουν ότι θα εξαλείψουν την πείνα απ’ τον κόσμο με τα GMOs (γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί) . Προσπαθούν να μας πείσουν ότι κινούμαστε πιο ‘’καθαρά’’ με τα βιοκαύσιμα (ένα ψέμα, αφού χρειάζονται 0.9 λίτρα καυσίμου για την παραγωγή 1 λίτρου βιοκαυσίμου). Χάρη στην τεχνολογία, υπόσχονται ότι θα δεσμεύσουν το CO2.

Η τελευταία τους ανακάλυψη είναι η εκμετάλλευση του methane hydrate (καθαρό αέριο) στο βυθό και την Αρκτική, αφού είναι πιο κερδοφόρο.

Θα τρώμε πιο υγιεινά, με τα βιολογικά προϊόντα. Αλλά ο βιο-καπιταλισμός, είναι μια ενταντική αγροκαλλιέργεια και δημιουργία της ίδιας χωματερής αλλού, ενώ επίσης, είναι η υφαρπαγή της γης στις ‘’αναπτυσσόμενες’’ χώρες για να τραφεί ο Βορράς από προϊόντα που έρχονται από χιλιόμετρα μακριά.

Στους καπιταλιστές αρέσουν τα μεγάλα project, που συνδυάζουν το ‘’πράσινο’’ με το ‘’κοινωνικό‘’: τα μεγάλα υδροηλεκτρικά φράγματα, όπως στο Λάος όπου το EDF κατέχει το 40%. Ενώ υποτίθεται ότι παράγει ηλεκτρισμό για τον τοπικό πληθυσμό, στην πραγματικότητα το 95% της παραγωγής εξάγεται στην Ταιλάνδη όπου οι βιομηχανικές ανάγκες αυξάνονται. Τα κέρδη υποτίθεται πως προορίζονται για την καταπολέμηση της φτώχειας (σας λέμε από τώρα, ότι δεν υπάρχει κάποιος ανεξάρτητος μηχανισμός ελέγχου). Η κοινωνική και περιβαλλοντική καταστροφή είναι πολύ σημαντική: 6.300 εκτοπίστηκαν σε πιο φτωχή γη, 110.000 άνθρωποι σε γειτονικά χωριά επηρεάζονται από την πτώση στην ποιότητα του νερού και από την μείωση των ψαριών.

Πιο κοντά σε μας, υπάρχει η κατασκευή του σταδίου 60.000 θέσεων στην Décines, ανατολικά της Lyon, που θα καταστρέψει 50 εκτάρια αγροτικής και κηπευτικής γης, ενώ η Lyon ήδη έχει ένα στάδιο 40.000 θέσεων…

Για να αποτραπούν οι αντιδράσεις, παρέχονται σε ένα τεράστιο πάρκινγκ, κάποια εκτάρια ‘’πράσινης ζώνης’’ για να διατηρηθούν τα οικοσυστήματα αλλά ο καπιταλισμός προστατεύει τη φύση, τοποθέτησε μία μεγάλη οροφή για τον ήλιο! Ο καπιταλισμός αγοράζει εκτάρια δασών, για να αγοράσει το δικαίωμα να μολύνει, χάρη στις μονάδες άνθρακα. Τα μεγάλα έργα, είναι επωφελή για τις πολυεθνικές καθώς χρηματοδοτούνται κυρίως από τις κοινότητες, την ΕΚΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Παρόλαυτά, η οικολογική μεταστροφή της παραγωγής είναι αναγκαία μόνο εξαιτίας των μειωμένων πόρων , για να μην αναφέρουμε τις οικολογικές καταστροφές (υπερθέρμανση, πυρηνικός κίνδυνος, εξάλειψη της βιοποικιλότητας..) τις οποίες βιώνουμε ήδη επειδή δεν συμβαίνει
τίποτα. Δεν μπορούμε να καλλιεργούμε χωρίς τέλος σε ένα πλανήτη που δεν είναι επεκτάσιμος.

Το να ληφθεί υπ’ όψιν η οικολογία της παραγωγής απαιτεί ένα τεράστιο όγκο δουλειά, είναι καλό, μπορούμε όλοι να δουλεύουμε αλλά τόσο όσο απαιτούν οι ανάγκες μας! Η επιστημονική έρευνα πρέπει να αναδιαταχθεί προς τους στόχους της οικολογίας και της κοινωνικής αειφορίας. Η συνεργασία μεταξύ των χωρών θα είναι πολύ πιο αποδοτική από τον ανταγωνισμό και την ανταγωνιστικότητα κινούμενη προς τη λιγότερη κατανάλωση και μια κοινωνία αυτάρκη. Ενάντια στην ορμητική τάση του καπιταλισμού να οικειοποιείται όλα τα δημόσια αγαθά (το νερό, την ενέργεια, τις πρώτες ύλες) πρέπει να μπει στη θέση του ένας αναγκαίος σχεδιασμός για την πραγματική οικολογική μεταστροφή. Αυτό απαιτεί μια πολιτική εξουσία στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος.

Τοπικά έχει υπάρξει αύξηση των πρωτοβουλιών σε πόλεις, από την ομάδα AMAP που αγοράζει απευθείας από τους παραγωγούς, ενώ μεγαλώνει η οργάνωση μικρών βιολογικών αγορών και οι κοινωνική οικονομία. Άνθρωποι αντιδρούν σε περιττά σχέδια που η κυβέρνηση επιβάλλει (αεροδρόμια, τρένα υψηλής τάσης , οδικές αρτηρίες, φράγματα, πυρηνικά …. ). Η μόνη λύση είναι η μείωση (της παραγωγής) και η κατανάλωση τοπικών βιολογικών προϊόντων.

ΜΑΥΡΟ/ΠΡΑΣΙΝΟ
κ Σύντροφοι από το εξωτερικό
2013 στη κατάληψη terra incognita

Η εισήγηση σε PDF.

Για την υποκρισία που υποβόσκει στην παγκόσμια ημέρα βιγκανισμού

Κάθε 1η Νοεμβρίου, οι χορτοφάγοι του δυτικού κόσμου περιμένουν πως και πως για να κάνουν διάφορες εκδηλώσεις γιορτής και λατρείας στην χορτοφαγία, κουζίνες και πάρτυ προώθησης της χορτοφαγικής δίαιτας. Γιατί η χορτοφαγία από μόνη της, έξω από μια κοινωνικό-πολιτική ανάλυση δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια δίαιτα. Για μερικούς μπορεί να είναι μια ηθική επιλογή. Αλλά μια στείρα ηθική επιλογή χωρίς πολιτικά προτάγματα και χωρίς αληθινό λόγο απέναντι στα εκάστοτε προβλήματα, δεν είναι τίποτα άλλο από μια υποκρισία, μια εγωιστικού τύπου προσπάθεια επίλυσης των προσωπικών ανασφαλειών. Ενώ λοιπόν οι πανταχού θρησκείες και λατρείες ορίζουν όπως τους βολεύει την ηθική, και κατ’ αυτόν τον τρόπο την ακολουθούν και οι πανταχού πιστοί τους, δεν βλέπω και δεν σέβομαι καμία ηθική εφόσον δεν προέρχεται από τον ίδιο μας τον εαυτό. Έτσι λοιπόν, μεγάλο ποσοστό χορτοφάγων, ακόλουθων του new-age και των διάφορων τύπου ανατολίτικων θρησκειών, κάνοντας αυτή την ‘ηθική’ επιλογή να προσκολλήσουν στην χορτοφαγική δίαιτα εκπληρώνουν το ακτιβιστικό τους κομμάτι με την κατανάλωση τους. Και μερικοί πιο ευσυνείδητοι υπογράφουν και καμία αίτηση στο ίντερνετ για περισσότερα δικαιώματα στα μη-ανθρώπινα ζώα. Πόσο υποκριτικό μπορεί να είναι αυτό! Χωρίς κανένα ρίσκο, χωρίς καμία προσωπική προσπάθεια πάλης, χρησιμοποιώντας μόνο τα μέσα που τους παρέχει το κράτος και οι διάφοροι νόμιμοι θεσμοί.

Στα μάτια μου λοιπόν, οι διάφοροι απολίτικοι οικολόγοι και φιλόζωοι, χορτοφάγοι και μη, δεν έχουν και πολλές διαφορές από μερικά φασιστάκια που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να ασχοληθούν με τα ζητήματα των άλλων ζώων και της γης. Και δεν έχουν πολλές διαφορές γιατί τους ενώνει ένα σοβαρό θέμα. Η άγνοια και η υποκρισία ως προς την πραγματική ουσία των ζητημάτων αυτών. Έτσι από την μία έχουμε την στείρα οικολογία και φιλοζωία, και έτσι την στείρα απολίτικη χορτοφαγία, και από την άλλη τον εκφασισμό των ζητημάτων αυτών. Η προσπάθεια αυτή των φασιστών να προσδώσουν τέτοια φανταστικά χαρακτηριστικά σε αυτά τα ζητήματα μόνο γέλιο μας προκαλεί. Απ’ την άλλη μπορεί κάποιοι φιλόζωοι και χορτοφάγοι να πλησιάζουν σε αριστερές και σοσιαλιστικές ιδεολογίες, αλλά ούτε αυτό μας κάνει συμμάχους τους. Τα μέσα και οι στόχοι μας θα είναι πάντα διαφορετικά. Η πολιτική τους ανάλυση δεν θα πάει ποτέ πέρα από την ηθική κριτική του ζητήματος, την αναγκαιότητα πίεσης των κρατικών θεσμών για καλύτερη μεταχείριση των μη-ανθρώπινων ζώων, ή την γιγάντωση της βίγκαν βιομηχανίας για να μπορεί ο κάθε χορτοφάγος να τρώει εύκολα βίγκαν φαστ φουντ, γιατί στην τελική η ευκολία και η βόλεψη τους είναι αυτό που τους ενδιαφέρει πιο πολύ. Γιατί, όπως ήδη ανέφερα και στην αρχή, η χορτοφαγία από μόνη της δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια δίαιτα με ένα ηθικιστικό προσωπείο. Καμία παγκόσμια ημέρα δεν επέφερε κάποια αλλαγή στην κοινωνία, πόσο μάλλον μια παγκόσμια ημέρα για ένα είδος δίαιτας. Καμία παγκόσμια ημέρα δεν κατάφερε τίποτα παραπάνω από μερικά μαζέματα ανθρώπων για διασκέδαση και ‘συνειδητοποίηση’ πάνω στα θέματα τους. Τέλος, καμία παγκόσμια ημέρα δεν κήρυξε ανοιχτό πόλεμο σε κάθε τι μας καταπιέζει, και σε κάθε τι καταπιέζει τα υπόλοιπα ζώα και την γη, δηλαδή στην εξουσία, στην κυριαρχία, την ιεραρχία και τον πολιτισμό του θανάτου.

Έτσι, βλέποντας το ζήτημα συνολικά, δεν έχω κανένα σκοπό να διαχωρίσω την δική μου χορτοφαγία από την σφαίρα του πολιτικού, της αναρχίας και της ολικής απελευθέρωσης των ανθρώπων, των ζώων και της γης. Γιατί ο πόλεμος είναι ένας και είναι κηρυγμένος από την εξουσία, στην οποία απέναντι στην συνολική επίθεση που εξαπολύει χρειαζόμαστε μια συνολική απάντηση. Όχι ως καταναλωτές και απευθυνόμενοι σε ΜΚΟ και λοιπούς τσαρλατάνους, αλλά έχοντας επίγνωση της δύναμης μας και παίρνοντας την σκυτάλη σε αυτόν τον μαινόμενο πόλεμο, θα μαχόμαστε μέχρι να είμαστε όλες/οι ελεύθερες/οι. Ενάντια σε κάθε παγκόσμια ημέρα, και σε κάθε ηθικό αγώνα που γίνεται με την σφραγίδα του κράτους και του νόμου, γιατί πολύ απλά ο δικός μας αγώνας δεν θα σταματήσει με την εκπλήρωση μερικών αιτημάτων, αλλά θα συνεχίσει αδιάκοπα μέχρι την κατάλυση της εξουσίας και της εκμετάλλευσης από άνθρωπο σε άνθρωπο-ζώα-γη, μέχρι την Ολική Απελευθέρωση και την Αναρχία.

«1η Έκθεση Πτηνών Συντροφιάς: Κλούβες, Κλουβιά και Κλούβια Ιδανικά

Πηγή: Αλογόμυγες

«1η Έκθεση Πτηνών Συντροφιάς» στα Χανιά, αυτή τη φορά από τη νεοσύστατη λέσχη ορνιθολογίας Χανίων, μέλος της πανελλήνιας  ομοσπονδίας ορνιθολογίας. Χορηγοί pet shop, δηλαδή η βιομηχανία αιχμαλώτισης – αναγκαστικής αναπαραγωγής – εγκλεισμού και εμπορίου της ζωής και των συνοδευόμενων «αξεσουάρ» (συμπεριλαμβανομένων των κλουβιών-φυλακών), όπως άλλωστε και σούπερ μάρκετ (πάνω-κάτω η ίδια λογική άλλωστε) και με την αντίστοιχη βέβαια προβολή από τοπικά μέσα μαζικής εξημέρωσης που αναλαμβάνουν κι αυτά να προωθήσουν τη «φυσιολογικότητα» της ζωής στη φυλακή, όταν δεν δείχνουν διαφημίσεις με χαριτωμένα κουταβάκια ράτσας.

Για την ιστορία, δεν πρόκειται για την 1η «έκθεση» της πανελλήνιας ομοσπονδίας ορνιθολογίας στα Χανιά αλλά για τη δεύτερη, τουλάχιστον όσο θυμόμαστε εμείς. Δεν ξεχνάμε το «διαγωνισμό και έκθεση πουλιών» που διοργάνωσε το νοέμβρη του 2010 η πανελλήνια ομοσπονδία ορνιθολογίας στα Χανιά, όταν έβαλε μπάτσους να κάνουν τραμπουκο-εξακρίβωση σε ανήλικους που είχαν συγκεντρωθεί απ” έξω για να διαμαρτυρηθούν και να πουν τι καταλαβαίνουν αυτοί όταν ακούν «διαγωνισμό» κι «έκθεση» ζώων. Καταλαβαίνουν αυτό που συμβαίνει και πάλι: στοιβαγμένα κλουβιά-φυλακές με φυλακισμένα καναρίνια, καρδερίνες, παπαγάλους, όλα εμπορεύματα και ισόβια αιχμάλωτα. Εξευτελισμός των φυλακισμένων από επιδειξιομανείς εκθέτες και φυλακολάγνους επισκέπτες. Επίδειξη εξουσιομανίας και παραλογισμού: πουλιά που δεν τα αφήνουν να πετάνε.

Ακόμα και ο όρος πτηνά «συντροφιάς» μόνο τη διαστρεβλωμένη εικόνα που έχουν για την έννοια της λέξης δείχνει: Για ακόμα μια φορά τα άλλα ζώα θεωρούνται εργαλεία για να καλυφθούν ανθρώπινες «ανάγκες». Αυτή τη φορά για παρέα με το ζόρι. Και όχι, δεν κελαηδούν ούτε για να τα ακούμε και να χαιρόμαστε, ούτε από τη χαρά τους που τα έκαναν κρεμαστά διακοσμητικά για τον τοίχο. Τα πουλιά κελαηδούν για να προσελκύσουν το ένα το άλλο και για να οριοθετήσουν την περιοχή τους. Όχι για να περνάει η ώρα του δεσμοφύλακά τους. Ούτε έχουν χρωματιστά φτερά, ραβδώσεις και ότι άλλο θέλουν για να τα κατηγοριοποιούν οι «πουλόφιλοι» ανάλογα με το χρώμα τους σαν να είναι χαλιά, και για να τα αξιολογούν όπως κάνουν και στη σελίδα τους σε «κακά», «αποδεκτά», «καλά» και «άριστα» με βάση τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά.

Το είπαμε, το λέμε και θα το ξαναλέμε κάθε φορά που οποιοσδήποτε αυτοαποκαλούμενος φιλόζωος διοργανώνει εκθέσεις, διαγωνισμούς, καλλιστεία και ότι κατεβάζει ο διεστραμμένος νους του: σκλαβοπάζαρα δεν χωράνε ούτε εδώ, ούτε πουθενά, σε κανένα χώρο και κανένα μυαλό που αρνείται να παραδοθεί στην κοινωνικοπολιτισμική απάτη που του πλασάρεται ως ελευθερία. Ελεύθερος δεν είναι ούτε αυτός που είναι φυλακισμένος μέσα στο κλουβί, ούτε αυτός που φυλακίζει, ούτε όποιος και όποια συναινεί. Κι όσο πιο φυσιολογικά του/της φαίνονται τα κάγκελα, τόσο πιο βαθιά τα έχει καταπιεί, τα έχει χωνέψει, και μάλλον πιο δύσκολα τα αποχωρίζεται.

ΚΑΝΕΝΑ ΖΩΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ – ΕΚΘΕΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΝΕΝΟΣ «ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ» – ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΑ

Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για την ολική απελευθέρωση

Μέχρι να είμαστε όλες/οι ελεύθερες/οι

Δημοτικός «κήπος» Χανίων: Μια ιστορία αιχμαλωσίας, εκμετάλλευσης και εξευτελισμού της ζωής…

Πηγή: Αλογόμυγες

Δημοτικός «κήπος» Χανίων: Μία ιστορία αιχμαλωσίας, εκμετάλλευσης και εξευτελισμού της ζωής…

Βιντεάκι από το Δημοτικό «Κήπο» Χανίων. Ανάμεσα στα αιχμάλωτα ζώα, κι αυτός ο παπαγάλος που δαγκώνει διαρκώς τα κάγκελα που τον φυλακίζουν, εδώ.

Κείμενο που μοιράστηκε με αφορμή την έκθεση φωτογραφίας «Δημοτικός Κήπος Χανίων: Μια ιστορία» που διοργάνωσε η καφετέρια του κήπου. Η επιχείρηση δηλαδή που εκμεταλλεύεται τον εγκλεισμό των ζώων σερβίροντας πελάτες που
πίνουν αδιάφορα το καφεδάκι τους ή οικογένειες που έφεραν τα παιδιά τους να «θαυμάσουν» τα ισόβια αιχμάλωτα ζώα:


Κυρίες, κύριοι, και κυρίως παιδιά, μικρά και μεγάλα. Αυτές τις μέρες πραγματοποιείται μια έκθεση φωτογραφίας στον χώρο αυτό με θέμα «Δημοτικός κήπος Χανίων…. μια ιστορία» που αφορά την ίδρυσή του από το 1870 έως σήμερα.
Εμείς λοιπόν θα σας πούμε την πραγματική ιστορία:

Μια φορά και έναν καιρό, ζούσαν μακριά και ακόμη πιο μακριά από εδώ, μαϊμούδες, ελάφια, κρι-κρί, παγώνια, χήνες. Σκαρφάλωναν στα δέντρα και στα βράχια, τσαλαβουτούσαν στις λίμνες, έτρωγαν ότι έβρισκαν στη φύση,  και το βράδυ για να ξεκουραστούν κοιμόντουσαν πλάι-πλάι ώστε να προστατεύουν το ένα το άλλο. Κάθε μέρα ήταν για αυτά μια μικρή ή μια πιο μεγάλη περιπέτεια… Το σίγουρο είναι πάντως πως ζούσαν όλα ελεύθερα.

Μια μέρα όμως κάποιοι άνθρωποι τα έπιασαν με το ζόρι και τα πήραν μακριά από την οικογένειά τους και τους φίλους τους, για να τα φέρουν εδώ. Φοβισμένα, κουρασμένα και ζαλισμένα όπως ήταν, πριν καλά-καλά καταλάβουν τι συμβαίνει, τα έκλεισαν πίσω από τα κάγκελα. Αυτά δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τους κλουβί και τους πήρε καιρό για να καταλάβουν ότι δε μπορούσαν να βγουν, και ότι οι άνθρωποι δεν σκόπευαν να τα βγάλουν ποτέ.

Κι αυτοί οι άνθρωποι… τι παράξενοι! Τον πρώτο καιρό κάποιες μαϊμούδες και κάποιες παπιοπαρέες όταν τους έβλεπαν να πλησιάζουν φώναζαν: «Βγάλτε μας από εδώ. Μα τι στέκεστε και μας κοιτάτε έτσι; Ανοίξτε μας να φύγουμε!».   Όμως όχι μόνο δεν άνοιγε κανείς παρά φαινόντουσαν να χαίρονται κιόλας που τα είχαν έτσι φυλακισμένα. ¨Μπααααα, αυτοί δεν θέλουν να μας βγάλουν από εδώ!¨ βέλαζαν τα κρί- κρι. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κάποιες κρι-κρίνες και πάπιες γέννησαν και τα παιδιά τους εκεί. Μια ζωή ολόκληρη, από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή στη φυλακή δηλαδή.

Εκτός και ΑΝ… Εκτός και αν οι άνθρωποι σταματήσουν επιτέλους να χαίρονται που είναι κλεισμένα εκεί, αν σταματήσουν να αδιαφορούν και να συνεχίζουν τη βόλτα τους και να πίνουν τον καφέ τους σαν να μην τρέχει τίποτα. Αν μια ωραία μέρα ή νύχτα τα ελευθερώσουν από το καθημερινό, ισόβιο βασανιστήριό τους. «Μα δε μπορούν πια να ζήσουν μόνα τους στη φύση» λένε κάποιοι μεγάλοι. Σάμπως ζουν πραγματικά και μέσα στο κλουβί; Τι ζωή είναι αυτή αν δεν μπορείς ούτε να κάνεις, ούτε  να φανταστείς αυτά που θες;

Βέβαια θα είναι τεράστια αλλαγή για αυτά, η πιο σημαντική της ζωής τους. Μπορεί και να θέλουν και λίγη φροντίδα στην αρχή, όλοι όμως δεν θέλουμε μερικές φορές;

Μέχρι να μπορέσουν να ζήσουν μόνα τους. Μέχρι να νιώσουν τον αέρα του βουνού στα πνευμόνια τους, το νερό της λίμνης στα πούπουλά τους, να ξυπνούν και αντί για κάγκελα να έχουν μπροστά τους άλλη μια μέρα ελεύθερης ζωής.

…φαντάζεσαι;

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΕΣ/ΟΛΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ/ΟΙ

Αλογόμυγες

Ενάντια στη γλώσσα της πολεμικότητας (ΗΠΑ)

Πηγή: Contra Info

Straight_Jacket

Είναι λυπηρό το γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, πάρα πολλά απ’ τα γραπτά που πηγάζουνε από κοινωνικές συγκρούσεις είναι τίγκα σε δύσκαμπτη, ξύλινη γλώσσα, μια κουρασμένη, νεκρή γλώσσα η οποία φαίνεται να έρχεται σ’ αντίθεση με την ενέργεια των εξεγέρσεων για τις οποίες κάνουνε λόγο. Είναι η γλώσσα της πολεμικότητας, και όχι της ελευθερίας, μήτε και της ατομικότητας που δημιουργεί τον εαυτό της ενάντια σε όλες τις πιθανότητες. Ίσως αυτό να οφείλεται, εν μέρει, στο γεγονός ότι μπόλικες απ’ τις σημερινές συγκρούσεις αναδύονται απ’ τη σκληρότητα των καιρών· απαντούν στη σκληρότητα της τρέχουσας κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας. Πώς μπορεί όμως μια πληρωμένη απάντηση ν’ αντικρούσει τέτοιες πραγματικότητες; Δε θα έπρεπε η ίδια η μέθοδος της απάντησής μας ν’ αντανακλά το γεγονός ότι απορρίπτουμε αυτές τις καταστάσεις που γίνονται πραγματικότητα διά της επιβολής;

Η πολεμικότητα περνιέται για πάθος και ένταση, ενώ στ’ αλήθεια είναι απλά ένας θωρακισμένος ζουρλομανδύας που κλείνει μέσα του τη γύμνια, τη δυσκαμψία και τον περιορισμό των κινήσεων του καθενός και της καθεμιάς. Η σοβαρότητα περνιέται για συνειδητοποιημένη αποφασιστικότητα, όταν στην πραγματικότητα πρόκειται για υποδούλωση στο αφηρημένο, στο μέλλον, στο σκοπό, στο παρελθόν – ένα άλλο είδος αυτεγκλεισμού. Και αυτό ακριβώς το πράγμα δεν είναι που χρειάζεται ν’ αρνηθούμε με όλη μας την αποφασιστικότητα, την ώρα που παλεύουμε να κάνουμε τη ζωή μας δική μας ανά πάσα στιγμή;

Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι πάρα πολλοί από κείνους που εμπλέκονται στην εκάστοτε κοινωνική σύγκρουση δε βλέπουνε τους εαυτούς τους ως ελεύθερα άτομα που δημιουργούν τη ζωή τους, που αντιμετωπίζουν εμπόδια σ’ αυτή την αυτοδημιουργική διαδικασία και παλεύουν να καταστρέψουν τα εμπόδια αυτά, αλλά μάλλον ως καταπιεσμένους ανθρώπους που αντιστέκονται στην καταπίεσή τους.

Δεν είναι απαραίτητο ν’ αγνοεί κανείς την πραγματικότητα της καταπίεσης για να αναγνωρίσει ότι, όταν το εγχείρημά μας μετατρέπεται σε αντίσταση ενάντια στην καταπίεση, τελικά επικεντρωνόμαστε στους καταπιεστές μας. Χάνουμε τις δικές μας τις ζωές, και μαζί τους την ικανότητα να καταστρέψουμε ό,τι στέκεται εμπόδιο στο δρόμο μας. Μιας κι η αντίσταση εστιάζει στις επιχειρήσεις του εχθρού, μας κρατά σε αμυντική θέση και εγγυάται την ήττα μας (ακόμα και σε νικηφόρες περιπτώσεις) καθώς κλέβει από μας τα ίδια μας τα εγχειρήματα.

Αν από την άλλη έχουμε ως αφετηρία το δικό μας το εγχείρημα αυτοδημιουργίας, επιμένοντας να διατρέχουμε τον κόσμο ως ελεύθερα και άσκοπα όντα, θα σταθούμε απέναντι από ηγεμόνες, εκμεταλλευτές, μπάτσους, παπάδες, δικαστές και λοιπούς, χωρίς στην ουσία να τους αντιμετωπίσουμε ως καταπιεστές αλλά ως εμπόδια στο διάβα μας τα οποία χρειάζεται να καταστρέψουμε, και όχι να τους αντισταθούμε.

Μόνο σ’ αυτό το πλαίσιο η καταστροφή παίρνει την αντάρτικη, ποιητική, επαναστατική της έννοια, ως μια αληθινά ανέξοδη πράξη που αψηφά τη λογική της εργασίας και ανοίγει την πραγματικότητα σε κάτι το θαυμάσιο, στην έκπληξη. Μόνο τότε η καταστροφή γίνεται παιχνιδιάρα.

μπαγαπόντης θεωρητικός (apio ludd)

Η βιομηχανοποίηση και η δυσαρέσκεια προς αυτή – Οι Λουδίτες και οι επίγονοί τους (John Zerzan)

Πηγή: Αδάμαστο

luddite

Περίπου διακόσια χρόνια πριν, η Mary Wollstonecraft Shelley μας έδωσε μια κλασική προειδοποίηση για την ύβρη του πολέμου της τεχνολογίας ενάντια στη φύση. Το γοτθικό της μυθιστόρημα Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας, περιγράφει την εκδίκηση που παίρνει η φύση ενάντια στη αλαζονεία της μηχανοποίησης της ζωής από το θάνατο. Ο Βίκτωρ Φρανκενστάιν και το δημιούργημά του καταστρέφονται, ο ”Αδάμ” του είναι καταδικασμένος όπως και ο ίδιος.

Αν αυτό το τέρας δεν μπορεί να σωθεί από τον πατέρα-δημιουργό του, οπωσδήποτε τα σημερινά ανδροειδή ρομπότ, προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορούν ούτε αυτά να σωθούν. Για εκείνους που βρίσκονται στις επάλξεις των τεχνολογικών ανακαλύψεων σήμερα, δεν θα υπάρχει επιστροφή σε μια προηγούμενη, χωρίς τέρατα κατάσταση.

Από τον υπερτεχνολογικό κόσμο μπορούμε να κοιτάξουμε πίσω στην εποχή της Mary Shelley και να δούμε το πρωτότυπο, την άφιξη της σύγχρονης τεχνοβιομηχανικής πραγματικότητας. Ανάμεσα στο 1800 και το 1820, η Αγγλία υπέστη τις αλλαγές, τις καταιγίδες και τις προκλήσεις της ανερχόμενης βιομηχανικής επανάστασης. Ζούμε τα αποτελέσματα των αποφασιστικών μαχών εκείνης της εποχής.

Ο φιλόσοφος Ugo Peron το έθεσε ως εξής: ”Μια μέρα ο μεγάλος Ο, με τον οποίο ξεκινά το Οττοσέντο (1800νχ), εξερράγη και η φιλοσοφία ως η μεγάλη ιστορία της ολότητας άρχισε να εγκαταλείπεται. Η εποχή των εξειδικεύσεων ξεκίνησε…” [1]

Φυσικά λίγες αλλαγές έγιναν μέσα σε μια νύχτα. Η βιομηχανική παραγωγή άρχισε να εντατικοποιείται από τις αρχές του 1870. [2] Και καθένας μπορεί να κοιτάξει πολύ πίσω, στις αποψιλώσεις δασών της νεολιθικής και της εποχής του χαλκού για να βρει γιατί πολλοί βάλτοι και χερσότοποι είναι τώρα άγονοι. [3] Αλλά ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα, που η εξουσία πέρασε από τα χέρια των τιτλοφορημένων ιδιοκτητών γης σε εκείνους που κατείχαν τα εργοστάσια και τα χυτήρια. Πολύ περισσότερο ουσιαστικά, ο χρόνος και ο χώρος της κοινωνικής ύπαρξης άλλαξαν θεμελιωδώς. Ταυτόχρονα, με την ισότητα μεταξύ όλων των πολιτών πάνω στο νόμο άρχισε να αναδύεται, και η πραγματικότητα μιας πρωτοφανούς υποταγής ή εξημέρωσης.

Τίποτα στον κανόνα του (αρκετά πρόσφατου) Διαφωτισμού, με τις αξιώσεις και τις υποσχέσεις του, δεν είχε προετοιμάσει κανέναν για αυτό. Ο δρόμος για την ολοκληρωτική κυριαρχία πάνω στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, άνοιγε πράγματι, καθώς το βιομηχανικό σύστημα έγινε σύμφωνα με τα λόγια του Toynbee, ”ο μοναδικός κυρίαρχος θεσμός της σύγχρονης Δυτικής ζωής”. [4] Η εικόνα που παρουσιαζόταν ωστόσο ήταν φορτωμένη με πολύ περισσότερο πόνο και απώλεια παρά με υποσχέσεις.

Μετά το 19ο αιώνα ξεκινά ο χειμώνας της Δύσης. [5] Η κατακλείδα του Spengler στο ”Η παρακμή της Δύσης” είναι πιο κατάλληλη απ’ ότι ο ίδιος νόμιζε. Δεν ήταν ένα ξεκίνημα αλλά η αρχή του τέλους.

Η απεικόνιση της Coketown από τον Ντίκενς στα Δύσκολα Χρόνια κατάφερε να σκιαγραφήσει τις επιπτώσεις του βιομηχανικού συστήματος: τη νέα μαζική κοινωνία που διέπεται από τους ρυθμούς του εργοστασίου και το σύστημά του, τη μολυσμένη και λεηλατημένη του περιοχή, τους ανώνυμους πολίτες του που έχουν χάσει την ανθρώπινη ιδιότητά τους. Ο Spengler έδειξε πώς ”η μηχανή δουλεύει και ωθεί τον άνθρωπο να συνεργαστεί”, εξουθενώνοντας τη φύση γύρω του όπως το ”Φαουστιανό” πάθος για τη μηχανή μεταβάλλει το πρόσωπο της γης. [6]

Υπήρξε μια μακρόχρονη πορεία που οδήγησε στις βασικές εξελίξεις, μια μακρά διαδικασία μηχανοποίησης και ιδιωτικοποίησης. Στην Αγγλία πάνω από έξι εκατομμύρια εκτάρια γης ανοικτών αγρών και κοινών βοσκοτόπων περιφράχτηκαν μεταξύ του 1760 και του 1844. [7] Οι πιέσεις μιας νέας βιομηχανικής κοινωνίας αυξάνονταν διαρκώς, σπρώχνοντας τους αδυσώπητα στερημένους στα δεσποτικά εργοστάσια και ορυχεία. Για παράδειγμα, οι νέοι μηχανοκίνητοι κατατμημένοι σχηματισμοί και οι πλήρως μηχανοποιημένες μηχανές κλωστοϋφαντουργίας παρείσδυσαν στη συγγενική αυτονομία που ήταν βασισμένη στην οικογενειακή υφαντουργία των αργαλειών. Από το 1820 ο ρυθμός των αλλαγών ήταν ιλιγγιώδης.

Ειδικά στο τέλος του 18ου αιώνα οι θεωρίες του Διαφωτισμού για τα δικαιώματα αναβαθμίστηκαν ως επιχειρήματα εναντίον σοβαρών προκλήσεων για δημοφιλή προνόμια. Παρόλο που η αυγή του 1789 έχει αποτελέσει μια στιγμή σημαντικών υποσχέσεων, ο πρώιμος ιδεαλισμός της γαλλικής επανάστασης προδόθηκε από τον φόβο των εξουσιαστών. Στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, παρόλα αυτά, ”η αλληλεγγύη της κοινότητας και η ακραία απομόνωση των αρχών” αποτελούσαν ακόμα πολιτική πραγματικότητα. [8]

Αλλά σύντομα, με ένα πρωτοφανή τρόπο, η νέα κατάσταση ύπαρξης έγινε, ανέγγιχτη από πολιτικές διαδικασίες και ρεφορμιστικές επιδιώξεις: ένας κόσμος αποφασιστικά ανεξάρτητος από το άτομο. Το κβαντικό άλμα προς το διαχωρισμό της εργασίας που στο βιομηχανικό σύστημα σημαίνει τη γενική υποκατάσταση των μερών – και των ανθρώπων.

Από την ταυτότητα και την ιδιαιτερότητα στο στάδιο, σύμφωνα με τον όρο του ψυχολόγου Joseph Gabel, για τον ”νοσηρό ορθολογισμό”. [9] Ο Michel Foucault επεσήμανε ότι έως το τέλος του 18ου αι. ”η ζωή δεν υπήρχε, μόνο έμβια όντα.” [10] Οι πάσσαλοι ήταν τόσο ψηλοί όσο μπορούσαν να είναι, ο επακόλουθος αγώνας, ήταν ένας παγκόσμια ιστορικός σε αυτό το πρώτο βιομηχανοποιημένο έθνος. Είναι ξεκάθαρο ότι ο πρώιμος Γάλλος κοινωνιολόγος Emile Durkheim είχε κάνει εντελώς λάθος όταν είχε διακηρύξει ότι ”στις βιομηχανικές κοινωνίες η κοινωνική αρμονία έρχεται ουσιαστικά από το διαχωρισμό της εργασίας”. [11]

Η προέλαση των εργοστασίων ήταν μια διαρκής επίθεση στις ακανόνιστες διαδικασίες εργασίας προς χάριν ενός χρονο-πειθαρχούμενου περιβάλλοντος εργασίας. [12] Η κεντρική παραγωγή είχε σκοπό να ασκήσει έλεγχο πάνω στους απείθαρχους και αποκεντρωμένους εργάτες. Από τη φύση της απαιτούσε πειθαρχία και αυστηρό έλεγχο.

Μέχρι τώρα, οι συνηθισμένες και πολυάριθμες διακοπές από την εργασία συμπληρώνονταν από τον εορτασμό της Αγίας Δευτέρας, μιας μέρας επαναφοράς και παιχνιδιού που ακολουθεί μετά το τυπικό γλέντι του Σαββατοκύριακου. Κατοχυρωμένη στη συνήθεια και τη μακρά τοπική παράδοση, η δημοφιλής κουλτούρα, ειδικά ανάμεσα στους καλλιτέχνες, ήταν ανεξάρτητη και περιφρονητική ως προς την εξουσία. Ως εκ τούτου η σκλαβιά του εργοστασίου δεν ήταν ακριβώς δελεαστική. Ο ιστορικός F.M.L.Thomson σημείωσε ότι του ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρει ”ικανοποιημένους εργάτες” και ότι ”ακόμα και οι υψηλοί μισθοί δεν ήταν αρκετοί για εκείνους.” [13] Για παράδειγμα, έχει καταγραφεί ευρέως η απροθυμία των υφαντουργών (πολλοί από τους οποίους ήταν γυναίκες) να αφήσουν τα σπίτια τους. [14]

Αλλά τουλάχιστον ήδη από την αρχή της εξεταζόμενης περιόδου, ήταν εμφανής η αρχή της καταστροφής του χειροτέχνη τεχνίτη και του μικροκτηματία γεωργού. ”Οι μικρές αγροτικές μονάδες παραγωγής ρούχων -η κάθε μία τόσο εύκολα αναγνωρίσιμη από το τάνυσμα του άσπρου ρούχου-θα έχουν εξαφανιστεί σε μερικά χρόνια” υποστήριξε ο κοινωνικός ιστορικός Robert Reid. [15] Το Manchester ήταν η πρώτη βιομηχανική πόλη του κόσμου, ήταν ένα ειδικό έδαφος ανάμεσα σε πολλές Αγγλικές επαρχίες, επειδή τα πάντα διακυβεύονταν και η γη μεταβαλλόταν τόσο εύκολα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1820 ο Σκοτσέζος φιλόσοφος Thomas Carlyle έγραψε αυτή τη σύνοψη: ”Αν χρειαζόταν να χαρακτηρίσουμε την εποχή μας με ένα μόνο επίθετο, θα μπαίναμε στον πειρασμό να την ονομάσουμε όχι μια Ηρωική, Λατρευτική, Φιλοσοφική ή Ηθική αλλά πάνω απ’ όλα μια Μηχανική εποχή. [16]

Το ευρέως διαδεδομένο ”μίσος για την εξουσία και τον έλεγχο” [17] και το ”γενικό αίσθημα ισοπέδωσης” [18] σήμαινε ότι η αντίσταση ήταν σθεναρή και σίγουρα προγενέστερη των αρχών του 19ου αιώνα. Οι ανθρακωρύχοι του Northumberland κατέστρεψαν τα τρυπάνια με συνέπεια κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με τους ιδιοκτήτες με αποτέλεσμα να θεσπιστούν νόμοι ενάντια σε τέτοιες καταστροφές ανάμεσα στο 1747 και το 1816. Κάπως άκαρπων νόμων τελικά. [19] Τα πιο σύντομα δείγματα αποκαλύπτουν το εύρος της αμφισβήτησης στα τέλη του 18ου αιώνα: τις συγκρούσεις ενάντια στα διόδια της γέφυρας του Bristol το 1793, τις σφοδρές συγκρούσεις για την τροφή το 1795, (όταν ομάδες γυναικών χτυπούσαν αποστολές καλαμποκιού και επιτίθονταν σε κυβερνητικές περιπολίες που αναζητούσαν να απαγάγουν άντρες για να τους κατατάξουν στο στρατό), και ναυτικές ανταρσίες στο Portsmouth και στο Nore το 1797, για να αναφέρουμε μόνο κάποια εξέχοντα παραδείγματα. [20]

Το σπάσιμο των μηχανών και ο εμπρησμός της βιομηχανίας έγινε πολύ γρήγορα μια στοχευμένη τακτική ενάντια στη λεηλασία του βιομηχανικού συστήματος και σε κάποιο δύσκολα εντοπίσημο βαθμό, ενάντια στο ίδιο το βιομηχανικό σύστημα. Τέτοιες μορφές αγώνα παρατηρούνται ανάμεσα στη Δυτική Αγγλία. ”Κουρείς και υφαντουργοί, στη Λουδίτικη αντίσταση” στην εισαγωγή των μηχανοποιημένων επινοήσεων ανάμεσα στο 1755 και το 1803. [21] Ήταν επίσης τα χρόνια (1801-1802) του κινήματος των υπόγειων εργατών γνωστών ως Black Lamp, στο δυτικό Yorkshire. Καθόλου συμπτωματικά, η δεκαετία του 1790 ήταν η χρυσή εποχή των χειρονακτών υφαντουργών, των οποίων η αυτονομία ήταν η ραχοκοκαλιά της ριζοσπαστικής εναντίωσης στο εργοστασιακό σύστημα.

Η ιδέα του Μαρξ για την επανάσταση ήταν σημαντικά οριοθετημένη, περιορισμένη στο ερώτημα του ποια τάξη θα εξουσιάσει τον κόσμο της μαζικής παραγωγής. Αλλά ακόμα και με αυτούς του όρους απέτυχε παντελώς να προβλέψει ποιες ομάδες ήταν πιο πιθανό να συντάξουν μια επαναστατική δύναμη. Αντί να γίνουν πιο μαχητικοί οι εργοστασιακοί εργάτες εξημερώθηκαν σε ένα πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι αυτοί που άντεξαν ενάντια στη ”προλεταριοποίηση”. Η αδράνεια των εργοστασιακών εργατών είναι ευρέως γνωστή. Δεν ήταν πριν το 1820 που έκαναν την πρώτη τους προσπάθεια να αγωνιστούν ενάντια στη πρόοδο της βιομηχανικής επανάστασης.[22]

Η ”τάξη” ως ένας κοινωνικός όρος έγινε κομμάτι της γλώσσας το 1820 σαν ένα υποπροϊόν της αύξησης της σύγχρονης βιομηχανίας, σύμφωνα με τον Asa Briggs. [23] ”Ήταν ανάμεσα στο 1815 και το 1820 που γεννήθηκε η εργατική τάξη” όπως υποστηρίζει ένας άλλος ιστορικός ο Harold Perkin, αλλά η διακριτή συνείδηση δεν σήμαινε, όπως σημείωσε, έναν μαχητικό πολύ λιγότερο ριζικό προσανατολισμό ανάμεσα στις δύο ζωτικής σημασίας δεκαετίες που εξετάζονται. [24] Η εργατίστικη ιδιότητα μόλις και μετά βίας συμμετείχε στις Λουδίτικες εξεγέρσεις ανάμεσα στο 1800 και στο 1820. [25]

Η πιο παρατεταμένη Λουδίτικη καταστροφή της νεοφερμένης υφαντουργικής μηχανής προέκυψε ανάμεσα στο 1811 και το 1816 και πήρε το όνομά της από τον Ned Ludd, έναν νεαρό υφαντουργό στο Leicestershire που απεχθανόταν την περιορισμένη και δουλική εργασία. Πέρα από τη συνταύτιση με το γνωστό επεισόδιο βανδαλισμού των μηχανών από τον Ned, ο Λουδισμός μπορεί να κατανοηθεί πιο εύστοχα ως μια ευρέως διαδεδομένη διήγηση ή όραμα. [26] Στην καρδιά αυτής της κοινής προοπτικής ήταν μια γειωμένη κατανόηση της διαβρωτικής φύσης της τεχνολογικής προόδου. Το ζήτημα υπογραμμίζεται στο υπέροχο έργο του Robert Reid ”Η γη του χαμένου περιεχομένου”, όπου περιγράφει μια λουδίτικη επίθεση στο εργαστήριο καλτσοπλεκτικής του Edward Hollingsworth τη νύχτα της 11ης Μαρτίου του 1811. Αφού παραβιάστηκε επιτυχώς το οχυρωμένο εργαστήριο του Hollingsworth, ακολούθησε καταστροφή των μηχανών σύμφωνα με το πρότυπο του Ned. Οι οπλισμένοι εργάτες προχώρησαν ”επιλεκτικά. Μόνο οι μεγάλες μηχανές που έπλεκαν πιο μαζικά και φθηνότερα ρούχα δέχτηκαν τις καταστροφικές σφυριές.” [27] Μια τέτοια στοχοποίηση, μια μαχητική εχθρότητα απέναντι στην τυποποίηση και την τυποποιημένη, μαζικά παραγόμενη ζωή που ήταν κύρια χαρακτηριστικά της βιομηχανικής περιόδου. [28]

Ο λόρδος Byron, ο πιο γνωστός ποιητής της εποχής, συγκινήθηκε και έγραψε ”Ενάντια σε όλους τους βασιλείς εκτός από τον βασιλιά Ludd”. [29] Σημαίνουσας σημασίας ήταν η πολύ διαδεδομένη υποστήριξη των Λουδίτικων δράσεων. Σε όλη τη περιοχή, σύμφωνα με τον ιστορικό E.P.Thomson, ”δινόταν ενεργή ηθική επιδοκιμασία από την κοινότητα σε όλες τις Λουδίτικες ενέργειες σαν να ήταν η ίδια η κοινότητα που τις έπραττε.” [30] Οι γυναίκες δεν έπαιξαν ενεργό ρόλο στην καταστροφή των μηχανών, αλλά ήταν σημαντικό μέρος του κινήματος. Τον Απρίλιο του 1812 στην επίθεση στο εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας για τους αργαλειούς του Burton, οι γυναίκες ήταν εμφανώς παρούσες, πέντε κατηγορήθηκαν για ταραχές και σπασίματα παραθύρων. [31]

Παρόμοια παραδείγματα μαχητικότητας ήταν οι εξεγέρσεις του ψωμιού στην Ανατολική Αγγλία το 1815, και η νικηφόρα πεντάμηνη απεργία των ναυτικών την ίδια χρονία, που παρέλυσε τα λιμάνια των πλοίων άνθρακα και όλο το εμπόριο άνθρακα της ανατολικής ακτής. Η καταστροφή των μηχανών μετατράπηκε σε αδίκημα το 1812 και η καταστολή έφτασε στο ζενίθ της το 1817 με την αναστολή του δικαιώματος ενάντια στην αυθαίρετη φυλάκιση (habeas corpus).

Αλλά μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων το 1815, ξεκίνησε μια μακρά περίοδος που χαρακτηρίζεται από αποφασιστικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις (πχ κοινοβουλευτική εκπροσώπηση) και συνδικαλισμό. Οι ενώσεις, τότε όπως και τώρα, υπάρχουν για να μεσολαβούν στις σχέσεις ανάμεσα στους ιδιοκτήτες και τους εργάτες. Ένας λιγότερο ή περισσότερο διεσπαρμένος, ανεξάρτητος και συχνά απείθαρχος πληθυσμός γίνεται ενωμένος, εκπροσωπήσιμος και πειθαρχημένος μέσα από τη συνδικαλιστική δράση. [32] Αυτό είναι πολύ λιγότερο ένα εμπόδιο παρά μια διευκόλυνση στις τεράστιες πιέσεις που ωθούσαν στη βιομηχανική-έμμισθη σκλαβιά.

Ήδη από το 1812 ο λόρδος Holland προσπαθούσε να οδηγήσει την ενέργεια των Λουδιτών σε μια μεταρρυθμιστική κατεύθυνση, υπήρχε ενδιαφέρον στο να την μεταστρέψουν από τον πραγματικό της στόχο. Ο Λουδισμός είχε να κάνει με κάτι ασύγκριτα πιο βασικό απ’ ότι η πολιτική και τα συνδικάτα, αλλά απέτυχε στη μετωπική επίθεση. Ένας από τους μεγαλύτερους τελευταίους στόχους ήταν το εργοστάσιο δαντέλας του John Heartcore στο Longborough τον Ιούνιο του 1816, και οι εξεγέρσεις στο Folly Hill και στο Pentrich ένα χρόνο μετά, ”μπορεί να θεωρηθεί σαν την τελευταία αναλαμπή του Λουδισμού στην πιο απελπισμένη και πολιτική του φάση”. [33] Αυτός ο τελευταίος χαρακτηρισμός (πολιτική) αναφέρεται σε ένα στοιχείο κλειδί για την ήττα της καταστροφής των μηχανών: την στροφή στο ρεφορμισμό.

Από αυτό το σημείο, οι αντιρρήσεις ήταν πιο συχνά ως αποδεικτικά στοιχεία σε εγκεκρυμμένα πλαίσια, αλλά οι πράξεις εναντίωσης ήταν ακόμα ορατές. Στο Bristol για παράδειγμα, ”συστήνονταν συμμορίες άτακτων συντρόφων που πετούσαν βρομερά ψάρια, νεκρές γάτες, σκυλιά και ποντίκια και άλλα προσβλητικά βλήματα” κατά τη διάρκεια μιας εκλογικής εκστρατείας. [34] Οι οδομαχίες του ”Swing” στη νοτιοανατολική Αγγλία το 1830-1 παραπέμπουν στον αντιβιομηχανικό αγώνα. Οι έμμισθοι αγρότες που αγανάκτησαν με τις αλωνιστικές μηχανές οι οποίες μετέτρεψαν τα αγροκτήματα σε εργοστάσια κατέφυγαν στο να τα καταστρέψουν και να κάψουν την περιουσία των ιδιοκτητών. [35] Η άμεση δράση τους και η κοινοτική τους οργάνωση τους χαρακτήριζε ως Λουδίτες των αγρών. Ακόμα ένα, και μάλλον από τα τελευταία ξεσπάσματα, ήταν οι ταραχές του Plug το καλοκαίρι του 1842, όταν χίλιοι ένοπλοι εργάτες κράτησαν το Manchester για κάμποσες μέρες σε μια γενική απεργία. Αλλά η δεύτερη και η τρίτη γενιά κατέληξε να αποδεχτεί τους περιορισμούς και την υποβάθμιση των προσόντων που επέφερε η βιομηχανική εργασία. Μόνο η πείνα μπορούσε να συγκινήσει μερικούς περιθωριακούς, κυρίως χειροτέχνες υφαντουργούς, που είχαν υπερκερασθεί από τα εργοστάσια σε μεγάλο βαθμό. Αυτό που συνέβη ή που απέτυχε να συμβεί, στα κρίσιμα χρόνια από το 1800 έως το 1820 κατάσφαξε τη μοίρα των ανθρώπων. Ο τελικός νικητής ήταν ένα νέο, πολύ βαθύτερο επίπεδο εξημέρωσης.

Η Λουδίτικη πρόκληση απέναντι στη νέα τάξη ξεχώρισε και συνεχίζει να εμπνέει. Μια ακόμα λιγότερο γνωστή πτυχή ή ρεύμα ήταν αυτό της θρησκευτικής ουτοπίας, γνωστό ως χιλιασμός. Αυτό το κίνημα (ή τα κινήματα) ήρθε σε ρήξη σχεδόν με όλες τις παραδοσιακές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Οι χιλιαστές ήταν αντικληρικοί και πολλές φορές ακόμα και αντιχριστιανοί, παίρνοντας αποστάσεις από αυτό το μέσο κοινωνικού ελέγχου, την εκκλησία της Αγγλίας. [36] Υπόσχονταν μια τεράστια μεταμόρφωση, οι προφητείες τους απείλησαν ότι ”θα γυρίσει ο κόσμος ανάποδα” όμοια με τους στόχους των κοσμικών επαναστατών. [37] Ο χιλιασμός ήταν ”προσανατολισμένος στην καταστροφή της υπάρχουσας κοινωνίας”, και οι βασιλικές αρχές πίστευαν στην πιθανότητα ότι αυτό θα μπορούσε να είναι αρκετό για να πυροδοτήσει ένα εκρηκτικό μείγμα κοινωνικής δυσαρέσκειας και μαχητικού κλίματος που θα επικρατούσε. [38]

Η ηγεσία των Μεθοδιστών, του κύριου αντίπαλου της εκκλησίας της Αγγλίας, παρατηρούσε με φρίκη τη δυναμική των Λουδιτών και το ίδιο και τα πολλά πρόσωπα του χιλιαστικού εξτρεμισμού, αρκετοί από τους οποίους είχαν αποσπαστεί από το Μεθοδισμό. Ο Πρωτόγονος Μεθοδοστικός Σύνδεσμος μεγάλωνε σταθερά παράλληλα με τους ”μαγικούς Μεθοδιστές” του δάσους του Delamere και τους ”φωνασκούντες του Kirgate” στο Leeds, ανάμεσα στα πολλά παρακλάδια των δυσαρεστημένων. [39] Κάποιοι από αυτούς (και από άλλες παρόμοιες ομάδες) αναφέρονται ρητά ως Ranters, αναγνωρίζοντας μια σύνδεση με τους Ranters (και Diggers) της χιλιαστικής εξέγερσης του 17ου αιώνα. Ήδη από τη δεκαετία του 1790 κυκλοφορούσαν φτηνές ανατυπώσεις ξεχασμένων έργων των Ranters και των Αντινομούντων. [40]

Οι Σκοτσέζοι Buchanites, οπαδοί του Elspeth Simpson Buchan, επιθυμούσαν να έχουν όλα τα πράγματα κοινά και απέρριπταν τους θεσμούς του επίσημου γάμου. Οι Wroeites που οι περισσότεροι έπλεκαν και ύφαιναν μαλλιά, πάλευαν ενάντια στην εξαφάνιση των τεχνών τους. Οι πιο πολυάριθμοι Muggletonians, υπό την ηγεσία του ράφτη Ludovic Muggle, προσέφεραν καταφύγιο στους καταπιεσμένους και τους αποκλεισμένους. Μια σειρά από χιλιαστικές θρησκείες μπορεί να βρεθεί ανάμεσα στις μυριώδεις ομάδες και σέχτες. Η Joanna Southcott, με τους χιλιάδες της Southcottians, ήταν μια φεμινίστρια αλλά όχι φανατική. Κάποιοι από τους υποστηρικτές της όπως ο Peter Morison και ο John Ward, ήταν από τους πιο θερμούς, το 1806 ο Morison κήρυξε την κατάσχεση όλης της περιουσίας που ανήκε σε πλούσιους. [41] Τα αδέρφια Richard στην Νέα Ιερουσαλήμ διακήρυξαν ότι ”τώρα είναι η ώρα της πτώσης της πόρνης Βαβυλώνας” και στο μέλλον δεν πρόκειται ξανά να υπάρξει ”ούτε πόλεμος, ούτε ένδεια”. [42] Ο Robert Wedderbum, ένας νέγρος ναύτης, προσέλκυσε ”τους πιο ακραίους και εξαθλιωμένους μαχητές” στην εκκλησία του στο Λονδίνο. [43]

Η χιλιαστική παρόρμηση, δεν ήταν καθόλου ένα απομονωμένο εκκεντρικό ή μη αντιπροσωπευτικό πάθος. Τη δεκαετία του 1790 αναδύθηκε ”σε ένα επίπεδο άγνωστο μέχρι το 17ο αιώνα”, όπως έκρινε ο ιστορικός E.P.Thomson. [44] ”Από τη δεκαετία του 1790 έως τουλάχιστον τη δεκαετία του 1830, ο μαχητικός χιλιασμός μπορούσε να αποτελέσει μια πραγματική απειλή” για το κυρίαρχο σύστημα, ακριβώς επειδή δεν δέχτηκε το κυρίαρχο πρότυπο ή δεν συμμετείχε σε αυτό. [45] Ήταν μια ενεργή κριτική των βαθειών αξιώσεων της κυρίαρχης τάξης.

Οι οικιακοί βοηθοί και οι μικρομαγαζάτορες ήταν μεταξύ των πιστών, όπως επίσης οι τεχνίτες αλλά και ζημιωμένοι βιοτέχνες που αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος των Λουδίτικων υποστηρικτών. Το 1813, ο πρόεδρος της New Connexion George Beaumon, κατηγορήθηκε ότι ενέπνευσε τις επιθέσεις των Λουδιτών στην περιοχή του Huddersfield.

O Thomas Spence ήταν μια σημαίνουσα, αποκαλυπτική φιγούρα που άντλησε την έμπνευσή του από τους οραματιστές του 17ου αιώνα. Ανατύπωσε ένα κομμάτι των Diggers εκείνης της εποχής γραμμένο από τον Gerald Winstanley, και επίσης επιτέθηκε στην ατομική ιδιοκτησία που αντιτίθεντο στη θεϊκής προέλευσης κοινή αποθήκη. Ο Spence ήταν πεπεισμένος ότι ”ο θεός ήταν ένας πολύ διαβόητος Leveller” και ότι ήταν δυνατό και αναγκαίο για τον ταπεινό άνθρωπο να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα. [46]

Αλίμονο, ο κόσμος δεν γύρισε ανάποδα. Η εκπολιτιστική μηχανή πέρασε μέσα από τις καταιγίδες. Η θρησκεία, στο συνηθισμένο της ρόλο, δίδαξε σεβασμό στην εξουσία και είχε ένα νέο όπλο στο οπλοστάσιό της: της εκστρατεία της ευαγγελικής αναγέννησης για βιομηχανική πειθαρχία.

Ο William Blake, της φήμης των ”σκοτεινών σατανικών εργοστασίων” ήταν μια αινιγματική ιδιοσυγκρασιακή φιγούρα που σίγουρα έπαιξε ρόλο εκείνη τη περίοδο. Χωρίς να είναι εντελώς χιλιαστής ή ρομαντικός ο Blake πήρε ως κεντρικό του θέμα ”την ανάγκη να απελευθερωθεί το ανθρώπινο πνεύμα από τον καταναγκασμό”. [47] Ξεκινώντας από έναν προσανατολισμό προς την ταξική πάλη, ο Blake εναντιώθηκε σφοδρά στη βασιλεία και την ίδια τη διακυβέρνηση. [48]

Στο έργο του Blake ”Τραγούδια της Πείρας” (1790) σημειώνεται ένας ριζοσπαστικός και χιλιαστικός προσανατολισμός και γίνεται μια ριζική κριτική των ορίων της Νέας Εκκλησίας του Swedenborgianism. Αλλά ο Blake μπορεί να χαρακτηριστεί περισσότερο ένας Ιακωβίνος ρεφορμιστής παρά ένας επαναστάτης χιλιαστής. Μπορεί να μην υπάρχει καθολική συνέπεια, όμως διαμέσου κάποιων παρατηρήσεων, στο δικό του αμίμητο στιλ, βρίσκει το στόχο. Θεωρεί το εργοστάσιο και το πτωχοκομείο ολέθριο λάθος και, όπως οι Λουδίτες, βλέπει την καταστροφή της παραδοσιακής χειροτεχνίας ως το τέλος της ακεραιότητας των εργαζόμενων ανθρώπων. Ο μηχανοποιημένος χρόνος ήταν ένας ιδιαίτερα σημαντικός στόχος: ”οι ώρες της τρέλας μετριόνταν με το ρολόι, αλλά τη σοφία κανένα ρολόι δεν μπορεί να τη μετρήσει” για παράδειγμα. [49]

Οι αντιλήψεις του Blake για τις γυναίκες και τη φύση μπορούν να θεωρηθούν αρκετά προβληματικές. Είναι δύσκολο να μην προσέξουμε τον αντιφεμινισμό του και υπάρχει μια περιφρόνηση απέναντι στη φύση, το θηλυκό και ως εκ τούτου, δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με το αρσενικό. Η κοινωνική αρμονία είναι ο σημαντικός στόχος, αλλά η αρμονία ή η ισορροπία με τη φύση, όπως προτάθηκε από τους ρομαντικούς ή τον William Moris, για παράδειγμα, ήταν εκτός του ενδιαφέροντος του Blake. [50] Επιθυμούσε το ”Άμεσο από την Αντίληψη ή την επιτόπια Αίσθηση”, [51] αλλά όχι για να συνδέσει αυτή την επιθυμία με το μη συμβολικό-φυσικό κόσμο.

Ο E.P. Thomsom το πήγε πράγματι πολύ μακριά λέγοντας ότι, ”ποτέ, σε καμία σελίδα του Blake, δεν υπάρχει η παραμικρή συνεργεία με το βασίλειο του Θηρίου”. [52] Πιο ακριβής ήταν η εκτίμησή του ότι μόνο λίγοι ”διατύπωσαν τέτοια έξυπνα και ακριβή χτυπήματα ενάντια στις ιδεολογικές άμυνες της κοινωνίας τους”. [53]

Οι πρώτες δύο δεκαετίες του 19ου αιώνα ήταν η καρδιά της περιόδου του ρομαντισμού, και η διάρκεια αυτού του λογοτεχνικού κινήματος αντανακλά το τι συνέβη πολιτικά και κοινωνικά αυτά τα χρόνια. Στην αρχή, ο Coleridge, o Wordsworth, o Shelley και άλλοι έδωσαν φωνή ”σε μια έκρηξη χιλιαστικού και αποκαλυπτικού ενθουσιασμού για τη νέα αυγή”. [54] Γράφοντας το 1804 ο Wordsworth αναπολούσε τη χαρά δέκα χρόνια πριν, όταν ξεκινούσε η γαλλική επανάσταση και το εργοστασιακό σύστημα δεν είχε ακόμα μετασταθεί: ”Ήταν ευλογία να είναι κανείς ζωντανός εκείνη την αυγή, αλλά το να είναι και νέος ήταν παραδείσιο”. [55] Στην πρώτη άνθισή του κυρίως, ο Ρομαντισμός προσπάθησε να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τη φύση, τη συνείδηση με το ασυνείδητο. Όπως το έθεσε ο Καναδός κριτικός και θεωρητικός της λογοτεχνίας Northup Frye, ”η αντίθεση ανάμεσα στο μηχανικό και το οργανικό είναι βαθιά ριζωμένη στη ρομαντική σκέψη”. [56] Ο René Wellek, ένας κριτικός της συγκριτικής λογοτεχνίας, σημείωσε ότι αυτή η σκέψη θα μπορούσε να ειδωθεί ως ”μια έξαρση του συνειδητού και του πρωτόγονου”. [57]

Γεγονότα που σύντομα θα ορίζονταν από το Μαρξ και άλλους απολογητές του βιομηχανικού συστήματος ως Πρόοδος, κατέστρεψαν όπως έχουμε δει την αισιοδοξία και κάθε αίσθηση δυνατότητας. Οι ηλιόλουστες προβλέψεις του Διαφωτισμού για την τελειότητα της κοινωνίας είχαν ήδη μετατραπεί σε στάχτες καθώς οι άνθρωποι διαχωρίζονταν όλο και περισσότερο από τη φύση και ξεκίνησε το καθεστώς της σύγχρονης, βιομηχανικής σκλαβιάς. Μια τεράστια αίσθηση απογοήτευσης καταπλάκωσε τις προηγούμενες προσδοκίες, οι οποίες καταστράφηκαν γρήγορα από κάθε καινούργια πρόοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού. Από αυτό το σημείο και μετά, η απογοήτευση, η ανία και η πλήξη έγιναν κεντρικά χαρακτηριστικά της ζωής στη Δύση.

Ο William Wordsworth αναγνώρισε την ύπαρξη και τη σημασία του πνεύματος της άγριας φύσης, στο οποίο ο Blake αντιστάθηκε. Ο Wordsworth συγκινήθηκε ιδιαίτερα από την πτώση της οικιακής ή προβιομηχανικής παραγωγής και την αρνητική της επίπτωση στους φτωχούς και τις οικογένειες τους. [58] Οι στερήσεις, μια αίσθηση αυτού που έχει πια χαθεί, είναι το βασικό θέμα στο Wordsworth. Η γνωστή του παρακμή ως ποιητής μετά το 1807 μοιάζει να συνδέεται με την απαισιοδοξία, ακόμη και απόγνωση, που άρχισε να παίρνει το πάνω χέρι. Είδε πως ο παγιωμένος λόγος του διαφωτισμού είχε αποτύχει, και εγκατέλειψε τη φύση ως πηγή αξίας ή ελπίδας.

Η αγωνία του Samuel Taylor Coleridge για τη διάβρωση της κοινότητας τον οδήγησε στην παραίτηση και τα ναρκωτικά. Το έργο του ”πάχνη του αρχαίου ναυτικού” μαρτυρεί τη διάβρωση των αξιών και την απουσία της κοινότητας. Τα ποίηματά του ”Μιχαήλ” συμπληρώνουν μια σειρά σχετική με την εγκατάλειψη και την απώλεια άνευ νοήματος. Ένας μεγάλος ποιητής που επέστρεψε πίσω στην Αγγλικανική ορθοδοξία – όπως και ο Wordsworth- και στο συντηρητικό εθνικισμό.

Κάποιος που κράτησε ζωντανή τη φλόγα του απελευθερωτικού ρομαντισμού για περισσότερο καιρό ήταν ο Percy Bysshe Shelley. Όντας επηρεασμένος από τον αναρχικό William Godwin, το έργο του Shelley ” Queen Mab” περιέχει αυτές τις γραμμές:

Η εξουσία, όπως ένας απελπισμένος λοιμός,

Μολύνει ό,τι αγγίζει, και η υπακοή,

Ο όλεθρος όλων των ιδιοφυών,της αρετής, της ελευθερίας και της αλήθειας,

Κάνει τους ανθρώπους σκλάβους, και, τον ανθρώπινο σκελετό,

Ένα μηχανοκίνητο αυτόματο.(III,176) [59]

Το έργο του Shelley ”Μάσκα της Αναρχίας” (1819) είναι ένα οργισμένο κάλεσμα στα όπλα μετά την επίθεση της κυβέρνησης κατά των διαδηλωτών,που είναι γνωστή ως σφαγή του Peterloo (πχ ”Εξεγερθείτε σαν τα λιοντάρια μετά το Λήθαργο/ σε ακατανίκητο αριθμό”). [60] Αλλά και αυτός έσβησε, έχασε το δρόμο του. Το έργο του Hyperion απέτυχε και το σημαντικό του έργο ”Προμηθέας χωρίς αλυσίδες”, παρουσιάζει μια μπερδεμένη εικόνα. Μέχρι το 1820 το πάθος του είχε κατασταλεί.

Από αριστοκρατική καταγωγή, ο George Gordon, o λόρδος Byron διακρινόταν από μια διά βίου μαχητικότητα. Τάχθηκε ενάντια στη μετατροπή του σπασίματος των μηχανών σε κακούργημα, και υπερασπίστηκε τους εξαθλιωμένους. Η θρασύς αμφιφυλοφιλική συμπεριφορά του σόκαρε την κοινωνία που εκείνος απεχθανόταν, με τον Childe Harrold και τον Δον Ζουαν, παραβάτες που γλίτωσαν από την τιμωρία που τους άξιζε και απέκτησαν αίγλη. Ο Byron έβλεπε τη φύση σαν αυταξία, η ποίησή του συνυφασμένη με τη φύση είναι αντίστοιχα ενστικτώδης και άμεση (όπως και εκείνη του σύγχρονού του John Keats).

Ήταν ο πιο διάσημος ζωντανός Άγγλος, αλλά έφυγε από την Αγγλία το 1816, πρώτα για να ενισχύσει τις δυνάμεις των καρμπονάρων ανταρτών στην Ιταλία και αργότερα στο πλευρό των Ελλήνων επαναστατών, ανάμεσα στους οποίους και πέθανε το 1824. Είχε δηλώσει: ”απλοποίησα την πολιτική μου αντίληψη σε μια απόλυτη αποστροφή απέναντι σε όλες τις κυβερνήσεις”. [61]

Ο λογοτεχνικός σχολιαστής Dino Falluga αναγνώρισε ότι κάποιοι γιόρτασαν το θάνατο του Byron και όσων πρέσβευε. Ο βικτωριανός μυθιστοριογράφος Edward Bulwer Lytton έγραψε μερικές δεκαετίες μετά το γεγονός ότι χάρις στο θάνατο του Byron η κουλτούρα ήταν σε θέση να εξελιχθεί. Εξοικειώνεται με το εργοστάσιο περισσότερο απ’ ότι υπερασπίζεται Δονκιχοτικά τoυς Λουδίτες όπως έκανε ο Byron. [62] Οι επιδιώξεις για αλλαγή, τελικά εξέπνευσαν μαζί με τον Byron, αν όχι νωρίτερα. Η αίσθηση της ματαιότητας μαζί με τις προσωπικές απογοητεύσεις, και επιπλέον μαζί με μια γενικευμένη χρόνια πλέον κατάσταση. Τώρα, ο μοναχικός ποιητής γίνεται ένα αληθινό εξάρτημα, αληθινό στη πραγματικότητα που ο ποιητής -και όχι μόνο ο ποιητής- χάνει την τελευταία πηγή ζωής, τον αυτοέλεγχο του. Μια από τις πιο βαθιές απώλειες εκείνης της εποχής, μάλλον η βαθύτερη. Η εποχή του τέλους της αυτονομίας και της ελπίδας να αλλάξουν τα πράγματα.

Το Γοτθικό μυθιστόρημα αντιπροσωπεύει τη σκοτεινή εκδοχή του ρομαντισμού. Είχε ξεκινήσει δεκαετίες πριν με το ενάντια στο διαφωτισμό έργο του Horace Walpole ”Το κάστρο του Otranto” (1764) και επιβίωσε σημαντικά στο ρομαντισμό. Η άνοδός του προτείνει αντίσταση στις ιδέες της προόδου και της ανάπτυξης. Οι πιο ψυχαναλυτικά προσανατολισμένοι βλέπουν το Γοτθικό ως μια επιστροφή όσων είχαν παραμεριστεί: ”Μια εξέγερση ενάντια σ’ ένα περιοριστικό νεοκλασικό ιδανικό της τάξης και της ενότητας, προκειμένου να ανακτηθεί το κατεσταλμένο πρωτόγονο και η βάρβαρη φαντασιακή ελευθερία”. [63]

Ένα κοινό χαρακτηριστικό πολλών γοτθικών μυθιστορημάτων είναι η αναπόληση ενός απλούστερου και πιο αρμονικού κόσμου, μια σύνδεση με το ρουσωικό πριμιτιβισμό. Η εξέγερση του γοτθικού ενάντια στο νέο μηχανιστικό μοντέλο για την κοινωνία συχνά εξιδανικεύει το μεσαιωνικό κόσμο (εξ’ ου και γοτθικό) σαν έναν κόσμο οργανικής ολότητας.

Αλλά αυτό το μάλλον χρυσό παρελθόν δύσκολα θα μπορούσε να αναγνωριστεί μέσα από τον παραμορφωτικό τρόμο στα χρόνια που μεσολάβησαν. Τα γοτθικά ερείπια και οι ζωγραφιές των στοιχειωμένων σπιτιών αντανακλούσαν την παραγωγή πραγματικών ερειπίων, πραγματικών εφιαλτών. Το τραύμα της πλήρως Διαφωτισμένης νεωτερικότητας βρίσκει την ηχώ του στις απάνθρωπες λογοτεχνικές συνθέσεις όπου ο εαυτός είναι ανέλπιδα χαμένος και παντελώς κατεστραμμένος.

Αμέσως έρχεται στο μυαλό η διαφθορά του ”The monk” του Mathew Lewis, που θαυμάστηκε από τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ, όπως έκανε και ο Φρανκενστάιν της Mary Shelley, που δαιμονοποίησε την ίδια του τη δημιουργία. Σύντομα όμως το γοτθικό έγινε ένα τόσο μηχανιστικό είδος όσο και η κοινωνική τάξη που απέρριπτε. Τα στερεότυπα προϊόντα του εξακολουθούν ακόμα να αναδύονται.

Η διαμόρφωση ενός εύπλαστου χαρακτήρα, προσαρμόσιμου στις προσταγές της βιομηχανικής ζωής, ήταν αποφασιστικής σημασίας για τους διάφορους διαχειριστές στις αρχές του 19ου αιώνα. Ως εκ τούτου, ένα βασικό επιχείρημα για την υποστήριξη των σχολείων αποτελεί το ότι ήταν ”μια μορφή κοινωνικής εξασφάλισης”. [64] Στον επίλογό του ο ιστορικός Eric J. Evans γράφει: ”Μέχρι το 1815, η συζήτηση δεν ήταν για το εάν η εκπαίδευση των κατώτερων τάξεων ήταν σωστή, αλλά το σε ποιό βαθμό θα έπρεπε να παρέχεται”. [65]

Ο κατασκευαστής σερβίτσιων Thomas Wedgood ήθελε ένα αυστηρό, πειθαρχημένο σύστημα εκπαίδευσης και προσπάθησε να στρατολογήσει τον Wordsworth ως επιστάτη του. Η απάντησή του στο Προοίμιο, περιέχει αυτές τις τσουχτερές γραμμές:

Οι οδηγοί, οι φύλακες των σχολών μας,

και οι επόπτες της εργασίας μας, οι άγρυπνοι άνδρες

και οι επιδέξιοι στην τοκογλυφία του χρόνου,

Σοφοί, οι οποίοι με την πρόγνωσή τους θα ελέγχουν

Όλα τα ατυχήματα και τα συναφή

τα οποία έχουν διαμορφώσει για να μας περιορίζουν

όπως τις μηχανές.

Τα ιδιωτικά, συνήθως χριστιανικά σχολεία, λάμβαναν κάποια κυβερνητική επιδότηση αλλά ένα εθνικό σύστημα εκπαίδευσης ήταν ακόμα μακριά.

Οι εξεγερμένοι για την τροφή, όσοι έσπαγαν τις περιφράξεις, για να μην αναφέρουμε τους Λουδίτες, θα μπορούσαν να καταλήξουν στην αγχόνη, αλλά μια σύγχρονη, ένστολη αστυνομική δύναμη δεν είχε εμφανιστεί πριν το τυποποιημένο σχολικό σύστημα. Παρόλο που οι εξουσιαστές είχαν μεγάλη ανάγκη επιβολής του νόμου, αντιμετώπιζαν τη βαθιά ριζωμένη εχθρότητα της πλειοψηφίας.

Η επικρατούσα αντίληψη έκρινε ότι η προσωπική ηθική δεν θα έπρεπε να υπόκεινται στον έλεγχο των ένοπλων δυνάμεων της κοινωνίας και του νόμου. Η αστυνομία θεωρούνταν αντίθετα ως ”πληρωμένοι πράκτορες του κράτους που έδιναν πληροφορίες για τους γείτονές τους και παρενέβαιναν στην ιδιωτική τους ζωή”. [66]

Ένστολοι αστυνομικοί υπήρχαν στους δρόμους του Λονδίνου μετά το πέρασμα της δράσης της μητροπολιτικής αστυνομίας το 1820, αλλά η έντονη αντιπάθεια για το νέο θεσμό συνεχίστηκε. Σε μια διαδήλωση για την πολιτική αλλαγή στο Coldbath Fields, στο Λονδίνο το 1833, ξέσπασε μια σύγκρουση και τραυματίστηκαν τρεις αξιωματικοί, ο ένας θανάσιμα. Η ετυμηγορία του ιατροδικαστή στο δικαστήριο μιλούσε για δικαιολογημένη ανθρωποκτονία. [67]

Η αλλαγή προς μια επίσημη αστυνόμευση ήταν μόνο μία όψη της επιβαλλόμενης κοινωνικής μετατόπισης που ήταν ήδη σε εξέλιξη. Ο αυξανόμενος έλεγχος των ηθών εισήγαγε νόμους ενάντια στη ”προσβολή της δημοσίας αιδούς” και άλλα κατασταλτικά μέτρα που κατοχυρώθηκαν στην ”πράξη περί αλητείας” το 1824. Αυτό ήταν μέρος της μετάβασης από μια ”ευρέως κοινοτική σε μια πρωταρχικά κρατικά προσανατολισμένη, γραφειοκρατικά οργανωμένη και επαγγελματικά υποστηριγμένη αστική κουλτούρα”, σύμφωνα με τα λόγια του ιστορικού M.S.P. Roberts. [68] Η απραξία ήταν ένα σημάδι από το συνολικό βιομηχανικό μέλλον, όπου εισήχθη η γραμμή παραγωγής. Περιττό να πούμε πως η απραξία ανάμεσα στους πλούσιους είναι πολύ διαφορετική. Άνευ αδείας συναθροίσεις δέχονταν καταστολή, παρόλο που έδειχναν σημαντική δύναμη παραμονής στο μέρος, η πράξη περί αλητείας είχε ως στόχο μια σειρά από ποικίλες δημοφιλείς διασκεδάσεις. Η απαγόρευση των αιματηρών θεαμάτων όπως οι κοκορομαχίες και το ”δόλωμα στον ταύρο” μπορεί να θεωρούνται ως μια θετική κίνηση, όμως δεν γινόταν καμιά συζήτηση για την απαγόρευση του κυνηγιού της αλεπούς, του λαγού ή των ελαφιών.

Καθοδηγούμενη από το κίνημα της περίφραξης σαν βάση, η ιδιωτικοποίηση χτύπησε όλα τα επίπεδα. Η ιδιωτικότητα έτεινε να παραγκωνίσει το κοινωνικό και η ευτυχία έγινε οικογενειακή υπόθεση. [69] Η περίφραξη σήμανε μια απολυτοποίηση της ατομικής ιδιοκτησίας, η διασκέδαση ήταν όλο και πιο ιδιωτική και περιορισμένη. Το ίδιο το σπίτι έγινε όλο και περισσότερο συγκεκριμένα χωρισμένο, απομονώνοντας τα μέλη της οικογένειας ακόμα και μέσα στο νοικοκυριό. [70] Η κίνηση είναι προς τον διαχωρισμό των φύλων και την εξειδίκευση των γυναικών στα του σπιτιού. Η οικογένεια και ο εσωτερικός καταμερισμός εργασίας της ολοκληρώθηκαν με την άνοδο της βιομηχανίας.

Η καταναλωτική ζήτηση για φτηνά βιομηχανικά προϊόντα ήταν ένα σημαντικό αναπτυσσόμενο στοιχείο για τη βιομηχανική επανάσταση. Αυτή η ”ζήτηση” δεν ήταν ακριβώς αυθόρμητη, οι νέες επιθυμίες ήταν τώρα ευρέως διαφημιζόμενες και προωθούμενες, συμπληρώνοντας το κενό όσων είχαν απολεσθεί. Η παρακμή της παραδοσιακής αυτάρκειας ήταν παντού εμφανής, για παράδειγμα η μπίρα και το ψωμί αγοράζονταν τώρα πιο συχνά απ’ ότι φτιάχνονταν στο σπίτι. Τυποποιημένα προϊόντα και τυποποιημένη εθνική γλώσσα έρρεαν παντού. [71]

Μια μεγαλύτερη έμφαση στην ανάγκη για τακτική, προβλέψιμη εργασία παρουσιάζεται με την επικράτηση των ρολογιών στα εργοστάσια, των χρονοδιαγραμμάτων και των πλάνων, καθώς επίσης και με τα ρολόγια στα σπίτια και τα προσωπικά ρολόγια που από αντικείμενα πολυτελείας κάποτε, έγιναν καταναλωτικές αναγκαιότητες. Από τη δεκαετία του 1820, άρχισαν να αναπαράγονται νοσταλγικές εικόνες χρησιμοποιώντας τα είδη της τεχνολογίας που εξάλειψαν τον χαμένο, αναπολούμενο κόσμο. [72] Όσο ένας σχετικά αυτοσυντηρούμενος τρόπος ζωής -η αγροτική κοινωνία- τελείωνε τόσο πιο γρήγορα ένα εμπορεύσιμο αντικείμενο γινόταν μελαγχολικά ενδεχόμενο.

Ο Bulwer-Lytton έγραψε το 1833 για τα κυρίαρχα πρότυπα της ευπρέπειας και της συμμόρφωσης: ”Οι Άγγλοι του σήμερα δεν είναι οι Άγγλοι που ήταν είκοσι χρόνια πριν”. [73] Οι εκτροπές που πολλοί είχαν απολαύσει στη ζωή τους, -η δημόσια οινοποσία, οι πολλές διακοπές από τη δουλειά, οι θορυβώδεις υπαίθριες εκθέσεις κλπ– αντιμετωπίζονταν ως επαίσχυντα και αηδιαστικά στα πλαίσια της νέας τάξης.

Δεδομένου ότι ο μέσος άνθρωπος γινόταν υποτονικός και εξημερωμένος, λίγοι μόνο εξαγριώνονταν. Η βιομηχανική νεωτερικότητα προανήγγειλε αυτό που είναι τόσο σημαντικό σήμερα, την κουλτούρα των διάσημων. Ο επιδεικτικός ηθοποιός Thomas Kean ήταν ένα πρώιμο αστέρι, αλλά κανείς δεν ξεπέρασε τη φήμη του Byron. [74] Ήταν ένας από τους πρώτους που λάμβανε εκούσια μαζική αλληλογραφία. Η μαζοποιημένη ζωή ξεκίνησε επίσης με μια διαδεδομένη ψυχική εξαθλίωση. Το πιο διάσημο βιβλίο του 1806 ήταν ”Οι δυστυχίες της ανθρώπινης ζωής”, που μαρτυρούσε την μεγάλης κλίμακας κατάθλιψη και άγχος που είχαν ήδη μετατραπεί στα αναπόφευκτα φρούτα της σύγχρονης υποδούλωσης.

Η πόρτα που αναγκάστηκε να ανοίξει αποφασιστικά μεταξύ του 1800 και του 1820 μιλώντας γενικά (και το εννοώ γενικά), εγκαινίασε την υπερθέρμανση του πλανήτη και την πρωτοφανή αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού. Η παγκοσμιοποιημένη βιομηχανοποίηση είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από τις δύο αυτές εξελίξεις. Μία εμβαθυνόμενη τεχνολογική διάσταση γίνεται όλο και πιο συναρπαστική και καθοριστική οδηγώντας στην απώλεια νοήματος, πάθους και σύνδεσης. Η πορεία αυτή φτάνει σε συνεχώς νέα επίπεδα, με ένα διαρκώς επιταχυνόμενο ρυθμό. Ήδη από τη δεκαετία του 1950, η νέα τεχνολογία χαιρετίστηκε από πολλούς ως η ”δεύτερη βιομηχανική επανάσταση”. [75] Το 1960, ο εκπαιδευτικός Clark Kerr και κάποιοι άλλοι ανακοίνωσαν ότι ο κόσμος μπαίνει σε μια νέα εποχή, την εποχή της απόλυτης βιομηχανοποίησης. [76]

Καθώς ο 19ος αιώνας τελείωνε, ο William Moris που αντιπαθούσε όλες τις μηχανές, συμπέρανε ότι ”πέρα από την επιθυμία να παράγω όμορφα προϊόντα, το μεγαλύτερο πάθος της ζωής μου είναι το μίσος μου για το σύγχρονο πολιτισμό”. [77] Στο ”Νέα από την Ουτοπία” το μυθιστόρημα που εξέδωσε το 1850 συνδυάζει τον ουτοπικό σοσιαλισμό και την ελαφριά επιστημονική φαντασία, εκφράζει μια θαυμάσια αντιστροφή της προοπτικής, στην οποία ο χαρακτήρας του Ellen μιλάει από ένα χρονικό σημείο όπου η τεχνο-ερήμωση έχει αποφευχθεί: ”Και ακόμα και τώρα, όπου όλα έχουν νικηθεί και έχει περάσει πολύς καιρός, η καρδιά μου αρρωσταίνει ακόμα και στη σκέψη όλης εκείνης της ζωής που χάσαμε για τόσα πολλά χρόνια”. ”Για τόσους πολλούς αιώνες, είπε εκείνη, για τόσα πολλά χρόνια”. [78]

Σημειώσεις

1 Ugo Perone, The Possible Present (Albany: State University of New York Press, 2011), p. 60.

2 T.S. Ashton, An Economic History of England: the 18th Century, vol. 3 (London: Methuen, 1955), p. 125.

3 G.W. Dimbleby, The Development of British Heathlands and their Soils (Oxford: Clarendon Press, 1962), e.g. pp. 29, 44.

4 Arnold J. Toynbee, A Study of History, vol. I (London: Oxford University Press, 1934-1958), p. 8.

5 Oswald Spengler, The Decline of the West, vol. II (New York: Alfred A. Knopf, 1928), e.g. p. 78.

6 Ibid., p. 503.

7 Harold Perkin, The Origins of Modern English Society, 1780-1880 (London: Routledge & Kegan Paul, 1969), p. 125.

8 E.P. Thompson, The Making of the English Working Class (New York: Vintage Books, 1966), p. 583.

9 Joseph Gabel, False Consciousness: An Essay on Reification (Oxford: Basil Blackwell, 1975).

10 Michel Foucault, The Order of Things (New York: Vintage Books, 1970), p. 161.

11 Robert N. Bellah, ed., Emile Durkheim on Morality and Society (Chicago: University of Chicago Press, 1973), p. 86.

12 Somewhat recent scholarship has challenged Ashton, Landes and others as having overgeneralized the irregularity of pre-industrial work habits; E.G. Mark Harrison, Crowds and History (New York: Cambridge University Press, 1988), ch. 5, esp. p. 111. But the overall description seems valid.

13 F.M.L. Thompson, The Cambridge Social History of Britain 1750-1950, vol. 2 (New York: Cambridge University Press, 1990), pp. 129, 130.

14 Ashton, op. cit., p. 117.

15 Robert Reid, Land of Lost Content: the Luddite Revolt, 1812 (London: Heinemann, 1986), pp. 294-295.

16 Quoted in Ben Wilson, Decency and Disorder: the Age of Cant 1789-1837 (London: Faber and Faber, 2007), p. 356.

17 Ibid., p. 74.

18 E.P. Thompson, “The Crime of Anonymity,” in Douglas Hay et al., eds., Albion’s Fatal Tree: Crime and Society in Eighteenth-Century England (New York: Verso, 2011), p. 277.

19 Ian R. Christie, Stress and Stability in Late Eighteenth-Century Britain (Oxford: Clarendon Press, 1984), pp. 150-151.

20 Nicholas Rogers, Crowds, Culture, and Politics in Georgian Britain (Oxford: Clarendon Press, 1998), p. 229.

21 Thompson in Hay et al., op. cit., p. 275.

22 Neil J. Smelser, “Sociological History,” in M.W. Flinn and T.C. Smout, eds., Essays in Social History (Oxford: Clarendon Press, **1874), pp. 31-32.

23 Asa Briggs, “The Language of ‘Class’ in Early Nineteenth-Century England,” in Flinn and Smout, op. cit., p. 154.

24 Perkin, op. cit., p. 213.

25 Smelser, op. cit., p. 31.

26 Katrina Navickas, “The Search for ‘General Ludd’: the Mythology of Luddism,” Social History 30:3 (August 2005).

27 Reid, op. cit., pp. 59-60.

28 The radical impulse in Ireland was diverted into Ribbonism, somewhat like Luddism, but lost in a nationalist emphasis. Simon Edwards “Nation and State,” in Zachary Leader and Ian Haywood, eds., Romantic Period Writings 1798-1832: An Anthology (New York: Routledge, 1998), p. 125.

29 Kirkpatrick Sale, Rebels Against the Future: the Luddites and their War on the Industrial Revolution (Cambridge, MA: Perseus, 1996), p. 17.

30 E.P. Thompson, The Making of the English Working Class, p. 585.

31 Rogers, op. cit., p. 238.

32 For the conservative role of unions see John Zerzan, “Who Killed Ned Ludd?” in John Zerzan, Elements of Refusal (Columbia, MO: C.A.L. Press, 1999), pp. 205-211.

33 Edward Royle, Revolutionary Brittania?: Reflections on the Threat of Revolution in Britain, 1789-1848 (Manchester: Manchester University Press, 2000), p. 51.

34 M. Harrison, op. cit., p. 179.

35 Roland Quinault, “The Industrial Revolution and Parliamentary Reform,” in Patrick K. O’Brien and Roland Quinault, eds., The Industrial Revolution and British Society (New York: Cambridge University Press, 1993), p. 197.

36 J.F.C. Harrison, The Second Coming: Popular Millenarianism 1780-1850 (New Brunswick, NJ: Rutgers University Press, 1979), p. 10.

37 Iain McCalman, Radical Underworld (New York: Cambridge University Press, 1988), p. 61.

38 J.F.C. Harrison, op. cit., pp. 50, 77.

39 Eric J. Evans, The Forging of the Modern State: Early Industrial Britain, 1783-1870 (New York: Longman, 1983), p. 53.

40 Iain McCalman, “New Jerusalem: Prophesy, Dissent and Radical Culture in England, 1786- 1830,” in Knud Haakonsen, ed., Enlightenment and Religion: Rational Dissent in Eighteenth Century Britain (New York: Cambridge University Press, 1996), p. 324.

41 J.F.C. Harrison, op. cit., p. 127.

42 Quoted in E.P. Thompson, The Making of the English Working Class, op. cit., p. 118.

43 I. McCalman, op. cit., p. 139.

44 E.P. Thompson, Making, op. cit., p. 116.

45 E. Royle, op. cit., p. 45.

46 I. McCalman, op. cit., p. 63.

47 Shiv Kumar, “The New Jerusalem of William Blake,” in Shiv Kumar, ed., British Romantic Poets (New York: New York University Press, 1966), p. 169.

48 Michael Ferber, The Social Vision of William Blake (Princeton: Princeton University Press, 1985), pp. 191-192.

49 Quoted in Ibid., p. 135.

50 Ibid., pp. 83, 86, 99, 105.

51 Quoted in Heather Glen, Blake’s Songs and Wordsworth’s Lyrical Ballads (New York: Cambridge University Press, 1983), p. 206.

52 E.P. Thompson, Witness against the Beast: William Blake and the Moral Law (New York: Cambridge University Press, 1983), p. 229.

53 Ibid., p. 114.

54 Carl Woodring, Politics in English Romantic Poetry (Cambridge, MA: Harvard University Press, 1970), p. 47.

55 Quoted in R.W. Harris, Romanticism and the Social Order (London: Blandford Press, 1969), p. 178.

56 Northrup Frye, “The Drunken Boat,” in Northrup Frye, ed., Romanticism Reconsidered (New York: Columbia University Press, 1963), p. 7.

57 Rene Wellek, “Romanticism Reconsidered,” in Frye, op. cit., p. 117.

58 R.W. Harris, op. cit., p. 193.

59 Quoted in Ibid., p. 288.

60 Quoted in Ibid., p. 299

61 Quoted in Ibid., p. 361.

62 Dino Franco Felluga, The Perversity of Poetry: Ideology and the Popular Male Poet of Genius (Albany: State University of New York Press, 2004), p. 133.

63 Maggie Kilgour, The Rise of the Gothic Novel (New York: Routledge, 1995), p. 3.

64 A.P. Wadsworth, “The First Manchester Sunday Schools,” in Flinn and Smout, op. cit., p. 101.

65 E. Evans, op. cit., p. 54.

66 E.P. Thompson, “Time, Work-Discipline, and Industrial Capitalism,” Past and Present 38:1 (1967), p. 97.

67 B. Wilson, op. cit., p. 261.

68 M.J.D. Roberts, “Public and Private in Early Nineteenth Century London: the Vagrant Act of 1822 and its Enforcement,” Social History 13:3 (October 1988), p. 294.

69 Robert W. Malcomson, Popular Recreations in English Society, 1700-1850 (Cambridge: Cambridge University Press, 1973), p. 156.

70 Jurgen Habermas, The Structural Transformation of the Public Sphere (Cambridge MA: MIT Press, 1989), p. 45.

71 Fiona Stafford, Local Attachments: the Province of Poetry (New York: Oxford University Press, 2010), pp. 84-85.

72 David Bindman, “Prints,” in I. McCalman, op. cit., p. 209.

73 Quoted in B. Wilson, op. cit., p. 316.

74 Tom Mole, Romanticism and Celebrity (New York: Cambridge University Press, 2009), p. 228.

75 For example, Norbert Weiner, The Human Use of Human Beings (London: Eyre and Spottiswoode, 1954).

76 Clark Kerr et al, Industrialism and Industrial Man (Cambridge MA: Harvard University Press, 1960), p. 1.

77 Quoted in E.P. Thompson, William Morris: Romantic to Revolutionary (New York, Pantheon Books, 1977), p. 125.

78 William Morris, News from Nowhere (New York: Routledge, 1970), p. 176.

 

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Fifth Estate, στο τεύχος του καλοκαιριού 2013 με τίτλο:

“Industrialism and its discontents – The Luddites and their inheritors”

Έντυπο ‘Εκ-μεταλλευτικά Νέα’

 

Πηγή: Ανοιχτό Συντονιστικό Θεσσαλονίκης Ενάντια στα Μεταλλεία Χρυσού

ekmetalleutika-nea

 

Έντυπο που τυπώθηκε το Σεπτέμβρη του 2013 σε 1500 αντίτυπα από το Ανοιχτό Συντονιστικό Θεσσαλονίκης ενάντια στα μεταλλεία χρυσού.

Μπορείτε να το κατεβάσετε σε μορφή pdf εδώ.

Ποιος σκότωσε τον Ned Ludd; (John και Paula Zerzan)

Πηγή: Αδάμαστο

ned-ludd

”Ένα ομοίωμα του Ned Ludd από papier maché είναι ένα από τα σύμβολα των καιρών που πέρασαν, κάτι που μας υπενθυμίζει ποια θα ήταν η στάση των εργατών εάν τα συνδικάτα δεν είχαν αναπτυχθεί ισχυρά και αποτελεσματικά”.

Από το περιοδικό ”Εργασία” της πανβρετανικής συνδικαλιστικής ένωσης (TUC), την περίοδο της έκθεσης παραγωγής το 1956.

 

Στην Αγγλία, το πρώτο βιομηχανικό κράτος και με αφετηρία την υφαντουργία – την πρώτη και κύρια επιχείρηση του εκεί κεφαλαίου – εξαπλώθηκε πλατιά (ανάμεσα στα 1810 με 1820), το επαναστατικό κίνημα γνωστό ως Λουδισμός (Luddism). Η πρόκληση των εξεγέρσεων των Λουδιτών – και η ήττα τους – είχε μεγάλη σημασία για την μετέπειτα πορεία της σύγχρονης κοινωνίας. Οπωσδήποτε, η καταστροφή των μηχανών, το κύριο όπλο τους, είχε εμφανισθεί νωρίτερα απ’ αυτή την περίοδο` ο Ντάρβαλ την όρισε επακριβώς ως «μόνιμη» καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, και σε καλές και σε κακές περιόδους και, οπωσδήποτε, δεν περιοριζόταν ούτε στους εργάτες υφαντουργίας ούτε στην Αγγλία. Εργάτες, αγρότες, ανθρακωρύχοι, μυλωνάδες και πολλοί άλλοι συμμετείχαν στην καταστροφή των μηχανών, συχνά ενάντια σ’ ό,τι θα μπορούσε γενικά να ορισθεί ως «τα ίδια τα οικονομικά τους συμφέροντα». Παρόμοια, όπως μας θυμίζει ο Φίλοπ-Μίλλερ, οι εργάτες της Ερπέν και της Εξ-λα-Σαπέλ (Άαχεν) ήταν εκείνοι οι οποίοι κατέστρεψαν το σημαντικό εργοστάσιο Κοκρίλ, οι υφαντουργοί του Σμόλεν και του Κριμιτσάου εκείνοι που κατέστρεψαν τους μύλους αυτών των πόλεων, και αμέτρητοι άλλοι στην αυγή της Βιομηχανικής Επανάστασης.

Παρ’ όλα αυτά, οι Άγγλοι εργάτες υφαντουργίας – πλέκτες, υφαντές, κλώστες, κόπτες, κουρείς και λοιποί – ήταν εκείνοι που ξεκίνησαν ένα κίνημα το οποίο «με γνήσια επαναστατική ορμή σπάνια εξαπλώθηκε πιο πλατιά στην ιστορία της Αγγλίας», όπως έγραψε ο Τόμσον, και που αποτελούσε ίσως μιαν υποβάθμιση της σημασίας του. Μολονότι αναγνωρίζεται γενικά σαν τυφλό, ανοργάνωτο, αντιδραστικό, περιορισμένο και αναποτελεσματικό κίνημα, αυτή η ενστικτώδης εξέγερση ενάντια στη νέα οικονομική τάξη υπήρξε πολύ πετυχημένη για ένα μικρό χρονικό διάστημα κι είχε επαναστατικούς σκοπούς. Ήταν ισχυρότερο στις πιο ανεπτυγμένες περιοχές, ιδιαίτερα στις κεντρικές και βόρειες περιοχές της χώρας. Οι Times, στις 11 Φλεβάρη του 1812, αναφέρουν «την εκδήλωση ανοιχτού πολέμου» στην Αγγλία. Ο ανθυπολοχαγός Γουντ έγραψε στον υπουργό Φίτζγουίλλιαμ στις 17 Ιούνη, ότι «εκτός απ’ τις περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχο του στρατού, η χώρα βρισκόταν ουσιαστικά στα χέρια ανόμων».

Οι Λουδίτες ήταν όντως ακαταμάχητοι αρκετές φορές κατά την δεύτερη δεκαετία του αιώνα, αναπτύσσοντας υψηλό ηθικό και αυτοσυνείδηση. Κατά τη γνώμη των Κολ και Ποστγκέιτ, «σίγουρα, τίποτε δε σταματούσε τους Λουδίτες». Οι στρατιώτες έτρεχαν πέρα-δώθε απελπισμένα, αμήχανοι εξαιτίας της σιωπής και της συνεργίας των εργατών. Επιπλέον, η εξέταση των εφημερίδων, των επιστολών και των φυλλαδίων της εποχής εκείνης, αποκαλύπτει τη δεδηλωμένη πρόθεση για εξέγερση ` για παράδειγμα «πρέπει ν’ ανατρέψουμε όλους τους ευγενείς και τους τυράννους» όπως αναφέρει ένα φυλλάδιο που μοιράστηκε στο Ληντς. Αποδείξεις συγκεκριμένων γενικών επαναστατικών προετοιμασιών αφθονούσαν, για παράδειγμα στο Γιορκσάιρ και στο Λανκασάιρ ήδη απ’ τα 1812.

Πλήθος ιδιοκτησιών καταστράφηκε, συμπεριλαμβανομένου ενός τεράστιου αριθμού αργαλειών, οι οποίοι είχαν σχεδιασθεί εκ νέου για την παραγωγή αγαθών κατώτερης ποιότητας. Στην πραγματικότητα, το κίνημα πήρε τ’ όνομα του απ’ τον νεαρό Νεντ Λουδ (Ludd), ο οποίος, αντί να εκτελέσει την προδιαγεγραμμένη, ασήμαντη εργασία του, προτίμησε να πάρει μια βαριά και να ορμήσει στους αργαλειούς που βρίσκονταν γύρω του. Αυτή η εμμονή είτε στον έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας, είτε στον εκμηδενισμό της, διέγειρε τη λαϊκή φαντασία και πρόσφερε στους Λουδίτες ουσιαστικά μια ομόφωνη υποστήριξη. Ο Χομπσμπάουμ δήλωνε ότι υπήρχε «υπερβολική συμπάθεια για τους καταστροφείς των μηχανών σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού», μια κατάσταση η οποία μέχρι το 1813, σύμφωνα με τον Τσώρτσιλ, «είχε αποκαλύψει μια πλήρη απουσία μέσων διατήρησης της δημόσιας τάξης». Η καταστροφή των αργαλειών είχε μετατραπεί σε επίθεση κατά του κεφαλαίου στο 1812 και μια όλο και μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη που υπερέβαινε αριθμητικά το σύνολο των στρατιωτών που διέθετε ο Ουέλλιγκτον εναντίον του Ναπολέοντα, ήταν αναγκαίο ν’ αποσταλεί για την αναχαίτιση της. Ο στρατός, όμως, ήταν όχι μόνο κατακερματισμένος σε μικρές μονάδες, αλλά συχνά θεωρούνταν κι αναξιόπιστος, εξαιτίας της συμπάθειας των στρατιωτών για την υπόθεση των Λουδιτών και της παρουσίας πολλών Λουδιτών στις γραμμές τους. Παρόμοια, το κράτος δεν μπορούσε να βασιστεί στις τοπικές δικαστικές και στρατιωτικές αρχές και το ευρύ σύστημα χαφιέδων που δημιούργησε αποδείχθηκε αναποτελεσματικό απέναντι στην πραγματική αλληλεγγύη του πληθυσμού. Όπως θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, η εθελοντική πολιτοφυλακή όπως είχε καθορισθεί απ’ την Πράξη περί Επαγρύπνησης κι Επιτήρησης, δεν χρησίμευε παρά σαν «όπλο των πιο δυσαρεστημένων», σύμφωνα με τον Χάμμοντς, κι έτσι απ΄ την εποχή του Πηλ ήταν αναγκαίο να εγκαθιδρυθεί το σύγχρονο επαγγελματικό αστυνομικό σύστημα.

Εκείνο που χρειαζόταν ενάντια σ’ ό,τι ο Ματίας όρισε ως «απόπειρα καταστροφής της νέας κοινωνίας», ήταν ένα όπλο εγγύτερα στον τόπο παραγωγής, δηλαδή, η υποστήριξη της αποδοχής της θεμελιώδους τάξης με τη μορφή του συνδικαλισμού. Μολονότι είναι ξεκάθαρο ότι η προώθηση του συνδικαλισμού ήταν συνέπεια του Λουδισμού, στον ίδιο βαθμό που ήταν κι η δημιουργία της σύγχρονης αστυνομίας, θα πρέπει επίσης να γίνει αντιληπτό ότι πριν απ’ τις εξεγέρσεις των Λουδιτών, οι υφαντουργοί και άλλοι είχαν μια μακρόχρονη παράδοση ανοχής απέναντι στον συνδικαλισμό. Συνακόλουθα, όπως επισημαίνουν μόνοι σχεδόν οι Μόρτον και Τέιτ, η καταστροφή των μηχανών σ’ αυτή την περίοδο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έκρηξη απελπισίας των εργατών οι οποίοι δεν είχαν άλλη διέξοδο. Παρά τις Νομοθετικές Πράξεις περί Ενώσεων, που ήταν μια μη εφαρμοζόμενη απαγόρευση των συνδικάτων, ανάμεσα στο 1799 και το 1824, ο Λουδισμός δεν βρέθηκε στο κενό, αλλά για κάποιο χρονικό διάστημα υπήρξε επιτυχής στην αντίθεσή του απέναντι στην άρνηση του εκτεταμένου συνδικαλιστικού μηχανισμού να επιτεθεί στο κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα, υπήρχε δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στους δύο δρόμους, και τα συνδικάτα παραμερίστηκαν υπέρ της άμεσης αυτοοργάνωσης των εργατών και των ριζοσπαστικών τους στόχων.

Κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, είναι απόλυτα ξεκάθαρο ότι ο συνδικαλισμός θεωρούνταν θεμελιακά διαφορετικός απ’ τον Λουδισμό και προωθούνταν σαν τέτοιος, με την ελπίδα ότι θα απορροφήσει την αυτονομία των Λουδιτών. Αντίθετα με την πραγματικότητα των Πράξεων περί Ενώσεων, τα συνδικάτα αναγνωρίζονταν ως νόμιμα, λόγου χάρη στα δικαστήρια κι όταν οι συνδικαλιστές διώκονταν, επιβάλλονταν σ’ αυτούς γενικά ελαφρές ποινές ή καμία, ενώ οι Λουδίτες συνήθως απαγχονίζονταν. Μερικά μέλη του Κοινοβουλίου κατηγορούσαν ευθέως τους ιδιοκτήτες για την κοινωνική αναταραχή, επειδή δεν έκαναν πλήρη χρήση της ασφαλιστικής δικλείδας του συνδικαλισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο έλεγχος κι οι στόχοι των συνδικάτων ήταν τόσο διάφανοι ή σαφείς όσο είναι σήμερα.  Όμως, ο ουσιώδης ρόλος των συνδικάτων ενάντια στο κεφάλαιο, γινόταν ξεκάθαρος, στο φως της υφιστάμενης κρίσης και της πιεστικής αναγκαιότητας εξεύρεσης συμμάχων για τον κατευνασμό των εργατών. Μέλη του Κοινοβουλίου των κομητειών των Μήντλάντς, παρότρυναν τον Γκρέβενορ Χένσον, επικεφαλή του Συνδικάτου Κλωστοϋφαντουργών, να πολεμήσει τον Λουδισμό, λες και χρειαζόταν. Η μέθοδος που χρησιμοποίησε για να προωθήσει την καταστολή, ήταν φυσικά η ακούραστη συνηγορία του υπέρ της διεύρυνσης της δύναμης του συνδικάτου. Η Επιτροπή Κλωστοϋφαντουργών του συνδικάτου, σύμφωνα με την μελέτη του Τσερτς, για το Νότινχαμ, «έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες στους εργάτες να μην καταστρέφουν τους αργαλειούς» και το συνδικάτο του Νότινχαμ, η σημαντικότερη προσπάθεια για τη συγκρότηση ενός ενιαίου βιομηχανικού συνδικάτου, τοποθετήθηκε, όμοια, ενάντια στον Λουδισμό και δεν χρησιμοποίησε ποτέ βία.

Μια και τα συνδικάτα ήταν κάθε άλλο παρά σύμμαχοι των Λουδιτών, το μόνο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι ήταν το επόμενο στάδιο μετά το Λουδισμό, με την έννοια ότι ο συνδικαλισμός έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ήττα του. Διαμέσου των διαιρέσεων, της σύγχυσης και των αποπροσανατολιστικών ενεργειών τις οποίες μηχανεύθηκαν τα συνδικάτα, ο συνδικαλισμός «αντικατέστησε» το Λουδισμό με τον ίδιο τρόπο που έσωσε τους βιομήχανους απ’ το χλευασμό των παιδιών στους δρόμους, απ’ την άμεση εξουσία των παραγωγών. Συνακόλουθα, η πλήρης αναγνώριση των συνδικάτων με την ψήφιση των νόμων του 1824 και του 1825, που ακύρωναν τις Πράξεις περί Ενώσεων, «είχε ένα περιορισμένο αποτέλεσμα πάνω στην λαϊκή δυσαρέσκεια», όπως λέει ο Ντάρβαλ. Παρεμπιπτόντως, οι προσπάθειες ακύρωσης, τις οποίες κατεύθυναν οι Πλέις και Χιουμ, έκαμψαν εύκολα ένα συντηρητικό Κοινοβούλιο, με πολλές συνηγορίες υπέρ της ακύρωσης τόσο εργοδοτών όσο και συνδικαλιστών, βρίσκοντας αντίθετους μόνο ελάχιστους αντιδραστικούς. Στην πραγματικότητα, ενώ τα συντηρητικά επιχειρήματα των Πλέις και Χιουμ συμπεριλάμβαναν μια πρόβλεψη λιγότερων απεργιών μετά την ακύρωση, πολλοί εργοδότες κατάλαβαν τον καθαρτήριο, ειρηνοποιό ρόλο των απεργιών και δεν δυσαρεστήθηκαν και πολύ απ’ το κύμα απεργιών που ακολούθησε την ακύρωση. Οι Πράξεις ακύρωσης, φυσικά, περιόρισαν επίσημα τον συνδικαλισμό στο παραδοσιακό, οριακό του μέλημα για το ωράριο και την αμοιβή της εργασίας, κληρονομιά του οποίου είναι μέχρι σήμερα η ύπαρξη των άρθρων περί «δικαιωμάτων της διεύθυνσης» στις συμφωνίες, κατά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, σε παγκόσμια κλίμακα.

Η εκστρατεία ενάντια στα συνδικάτα που εξαπέλυσαν μερικοί εργοδότες, δεν έκανε άλλο απ’ το να τονίσει με τον τρόπο της τον κεντρικό ρόλο των πρώτων` η εκστρατεία κατέστη εφικτή μόνον επειδή τα συνδικάτα είχαν καταφέρει να εξουδετερώσουν τη ριζοσπαστικότητα των μη συνδικαλισμένων εργατών κατά την προηγούμενη περίοδο. Έτσι ο Λέκι, ήταν απόλυτα ακριβής αργότερα, όταν έκρινε πως «δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι τα μεγαλύτερα, πλουσιότερα και καλύτερα οργανωμένα συνδικάτα έκαναν πολλά για να μειώσουν  τις εργασιακές συγκρούσεις», όπως ακριβώς συμπέραναν κι οι Γουέμπ στον 19ο αιώνα, ότι υπήρχαν πολύ περισσότερες εργατικές εξεγέρσεις πριν την επικράτηση του συνδικαλισμού.

Ξαναγυρίζοντας όμως στους Λουδίτες, δεν ανακαλύπτουμε παρά ελάχιστες αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο και μια ουσιαστικά μυστική παράδοση, κυρίως επειδή προβάλλονταν, διαμέσου των πράξεων τους, φαινομενικά ανεπηρέαστοι από ιδεολογίες. Τι συνέβαινε όμως στην πραγματικότητα; Ο Στερνς, εγγίζοντας ίσως την αλήθεια όσο κι οι σχολιαστές, έγραψε «οι Λουδίτες ανέπτυξαν ένα δόγμα που στηριζόταν στις υποτιθέμενες αρετές των χειρωνακτικών μεθόδων». Με συγκαταβατικό ύφος, τους αποκαλεί όλους, ούτε λίγο ούτε πολύ, «οπισθοδρομικούς φουκαράδες», οπωσδήποτε όμως, υπάρχει ένας κόκκος αλήθειας σ’ αυτό. Ωστόσο, η επίθεση των Λουδιτών δεν προήλθε απ’ την εισαγωγή νέων μηχανών όπως συνήθως πιστεύεται, γιατί δεν υπάρχει καμιά απόδειξη αυτής στο 1811 και το 1812, όταν εμφανίστηκε ο Λουδισμός καθαυτός. Η καταστροφή, μάλλον, είχε σα στόχο τις νέες, πρόχειρες μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν στις ήδη υπάρχουσες μηχανές. Μη όντας μια επίθεση ενάντια στην παραγωγή από οικονομική άποψη, υπήρξε, πάνω απ’ όλα, η βίαιη αντίδραση των υφαντουργών (με τους οποίους σύντομα ενώθηκαν κι άλλοι) στην απόπειρα υποβάθμισης τους με τη μορφή της κατώτερης εργασίας` τα ευτελή προϊόντα -βιαστικά συναρμολογημένα «ρετάλια»- ήταν η αιτία του ζητήματος. Οι επιθέσεις των Λουδιτών αντιστοιχούσαν γενικά σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, κι αυτό συνέβαινε επειδή οι ιδιοκτήτες επωφελούνταν απ’ αυτές για να εισάγουν νέες μεθόδους παραγωγής. Είναι, όμως, εξίσου αληθινό ότι ο Λουδισμός δεν ήταν γέννημα κάθε περιόδου ένδειας, μιας και ο Λουδισμός δεν εμφανίστηκε σε περιοχές ιδιαίτερα φτωχές. Λόγου χάρη, το Λέστερσαϊρ πλήγηκε ελάχιστα απ’ τους δύσκολους καιρούς κι ήταν μια περιοχή που παρήγαγε την καλύτερη ποιότητα μάλλινων προϊόντων` το Λέστερσαϊρ ήταν ένα ισχυρό κέντρο του Λουδισμου.

Όποιος διερωτάται τι το ριζοσπαστικό υπήρχε σ’ ένα κίνημα το οποίο δε φαινόταν να ζητάει παρά μόνο το σταμάτημα της αθέμιτης εργασίας, δε θα κατορθώσει ν’ αντιληφθεί τη βαθύτερη αλήθεια της βάσιμης υπόθεσης -που έκαναν και οι δυο πλευρές- για τη σχέση ανάμεσα στην καταστροφή των αργαλειών και την εξέγερση. Λες και μπορεί ο παραγωγός να αγωνισθεί για την ακεραιότητα της επαγγελματικής του ζωής, δίχως ν’ αμφισβητήσει ολόκληρο τον καπιταλισμό. Η απαίτηση να σταματήσει η αθέμιτη εργασία γίνεται αναγκαστικά ένας κατακλυσμός, ένας αγώνας για όλα ή τίποτα, και στο μέτρο που αυτό επιδιώκεται, οδηγεί κατευθείαν στην καρδιά των καπιταλιστικών σχέσεων και της δυναμικής τους. Ένα άλλο στοιχείο του Λουδίτικου φαινομένου που αντιμετωπίζεται γενικά με συγκατάβαση, δια της μεθόδου της παντελούς αγνόησης του, είναι η οργανωτική πλευρά. Οι Λουδίτες, όπως όλοι γνωρίζουν, χτυπούσαν άγρια και τυφλά, ενώ τα συνδικάτα πρόσφεραν στους εργάτες τη μοναδικής μορφή οργάνωσης. Στην πραγματικότητα, όμως, οι Λουδίτες αυτοοργανώνονταν σε τοπική, ακόμα και σε ομοσπονδιακή βάση, συμπεριλαμβάνοντας εργάτες όλων των επαγγελμάτων, με έναν εκπληκτικό, αυθόρμητο συντονισμό. Αποφεύγοντας μιαν αλλοτριωτική δομή, η οργάνωση τους δεν ήταν ούτε τυπική ούτε μόνιμη. Η εξεγερσιακή τους παράδοση δεν επικεντρωνόταν πουθενά κι υπήρχε κυρίως σαν σιωπηλός κώδικας` ήταν μια μη εξουσιαστική κοινότητα, μια οργάνωση που είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Όλα αυτά φυσικά, ήταν ουσιώδη για την δύναμη του Λουδισμού και για την απήχηση στη βάση του. Στην πράξη, «καμία ενέργεια των δικαστών ή των άλλων στρατιωτικών τους ενισχύσεων δεν εμπόδισε τους Λουδίτες. Κάθε επίθεση αποκάλυπτε προγραμματισμό και μέθοδο», δήλωνε ο Τόμσον, ο οποίος εκτιμούσε επίσης «το εξαίρετο σύστημα ασφαλείας κι επικοινωνίας», που διέθεταν. Ένας αξιωματικός του στρατού στο Γιορκσάιρ, αντιλήφθηκε ότι «διέθεταν ένα εξαιρετικό βαθμό συντονισμού και οργάνωσης». Ο Ουίλλιαμ Κόμπετ έγραψε, σχετικά με μια αναφορά προς την κυβέρνηση, το 1912: «κι αυτές είναι οι συνθήκες που θα προβληματίσουν ιδιαίτερα το υπουργείο. Δε θα μπορέσουν να βρουν κανένα αγκιτάτορα. Είναι ένα κίνημα του ίδιου του λαού».

Προς διάσωση των αρχών, ωστόσο, παρά τα απογοητευτικά σχόλια του Κόμπετ, κατέφθασε η ηγεσία των Λουδιτών. Το κίνημα τους δεν ήταν ένα απόλυτα εξισωτικό κίνημα, μολονότι αυτό το στοιχείο ίσως να προσέγγιζε περισσότερο την πραγματικότητα, απ’ ό,τι οι εκτιμήσεις τους για το τι μπορούσαν να επιτύχουν και πώς δεν το κατόρθωσαν. Φυσικά, μέσα απ’ τους κόλπους αυτής της ηγεσίας αναδύθηκε, παρά πολύ γρήγορα, η «πολιτική επιτήδευση» όπως ακριβώς απ’ αυτήν προήλθαν, σε μερικές περιπτώσεις και τα στελέχη των συνδικάτων. Κατά την «προπολιτική» περίοδο των Λουδιτών -που εξέλιξη της είναι, επίσης, η δική μας «μεταπολιτική» περίοδος- ο λαός μισούσε απροκάλυπτα τους κυβερνήτες του. Πανηγύρισε το θάνατο του Πητ στα 1806 και, ακόμη περισσότερο, τη δολοφονία του Πέρσεβαλ, στα 1812. Αυτοί οι πανηγυρισμοί για το θάνατο πρωθυπουργών, αποκαλύπτουν την ανεπάρκεια των μεσολαβήσεων μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων, την έλλειψη ενότητας των δύο πλευρών.

Η πολιτική χειραφέτηση των εργατών ήταν, οπωσδήποτε, λιγότερο σημαντική απ’ τη βιομηχανική τους χειραφέτηση ή ενσωμάτωση διαμέσου των συνδικάτων, γι’ αυτό το λόγο, προχώρησε πολύ αργά. Παρ’ όλα αυτά, είναι αλήθεια, ότι ένα ισχυρό όπλο ειρηνοποίησης υπήρξε η εντατική προσπάθεια να στραφεί το ενδιαφέρον του πληθυσμού σε νόμιμες ενέργειες, δηλαδή, η εκστρατεία για την διεύρυνση της εκλογικής βάσης του Κοινοβουλίου. Ο Κόμπετ, που πολλοί περιγράφουν ως τον πλέον ακαταγώνιστο φυλλαδιογράφο της Αγγλικής Ιστορίας, παρότρυνε πολλούς να γίνουν μέλη των Λεσχών Χάμντεν για την επίτευξη της εκλογικής μεταρρύθμισης και φημιζόταν επίσης, σύμφωνα με τον Ντέιβις, για την εκ μέρους του «απερίφραστη καταδίκη των Λουδιτών». Οι ολέθριες επιπτώσεις αυτής της πολωτικής μεταρρυθμιστικής εκστρατείας, μπορούν να εκτιμηθούν, εν μέρει, αν συγκρίνουμε παρόμοιες προγενέστερες δυναμικές διαδηλώσεις αντικυβερνητικής οργής, όπως οι Ταραχές Γκόρντον (1780) και η αποδοκιμασία του βασιλιά απ’ τον όχλο στο Λονδίνο, το 1795, με παρόμοιες σφαγές και αποτυχίες, όπως οι «εξεγέρσεις» του Πέντριτζ και του Πήτερλου, που συμπίπτουν σχεδόν με την ήττα του Λουδισμού, λίγο νωρίτερα απ’ το 1820.

Όμως, ξαναγυρίζοντας τελικά σε πιο θεμελιακούς μηχανισμούς, βρισκόμαστε ξανά αντιμέτωποι με το πρόβλημα της εργασίας και του συνδικαλισμού. Ο τελευταίος, θα πρέπει να συμφωνήσουμε, εδραιώθηκε εξαιτίας του δραστικού χωρισμού του εργάτη απ’ τον έλεγχο των μέσων παραγωγής, κι ο ίδιος ο συνδικαλισμός, όπως έχουμε δει, συνέβαλε αποφασιστικά σ’ αυτό το χωρισμό. Μερικοί, συμπεριλαμβανομένων, φυσικά, των μαρξιστών, θεώρησαν αυτή την ήττα και τη μορφή της, τη νίκη του εργοστασιακού συστήματος, τόσο σαν αναπόφευκτη όσο και σαν επιθυμητή έκβαση, μολονότι ακόμα κι αυτοί θα πρέπει να παραδεχθούν ότι στην εκτέλεση της εργασίας ενυπάρχει ένα σημαντικό τμήμα του προσανατολισμού των βιομηχανικών λειτουργιών, ακόμη και σήμερα. Έναν αιώνα μετά τον Μαρξ, ο Γκαλμπραίηθ εντόπισε την εγγύηση της νίκης του συστήματος παραγωγικότητας πάνω στην δημιουργικότητα, στην βασική αποκήρυξη κάθε διεκδίκησης που αφορά την εργασία καθαυτή εκ μέρους των συνδικάτων. Η εργασία, όμως, όπως την αντιλαμβάνονται όλοι οι ιδεολόγοι, είναι μια δραστηριότητα που υπόκειται σε διαρκή νόθευση. Έτσι, οι σύγχρονοι μεσολαβητές αγνοούν τον ακατάπαυστο, παγκόσμιο αγώνα των Λουδιτών για τον έλεγχο των παραγωγικών διαδικασιών, έστω κι αν προωθείται σήμερα κάθε μορφή «συμμετοχής» των εργαζομένων. Στο πρώιμο συνδικαλιστικό κίνημα υπήρχε ένας μεγάλος βαθμός δημοκρατίας. Για παράδειγμα, ήταν πλατιά διαδεδομένη η πρακτική ανάδειξης αντιπροσώπων εκ περιτροπής ή με κλήρο. Ό,τι όμως δεν μπορεί να εκδημοκρατιστεί γνήσια, είναι η αληθινή ήττα που κρύβεται πίσω απ’ τη νίκη των συνδικάτων, η οποία τα καθιστά οργάνωση της συνενοχής, παρωδία της κοινότητας. Η μορφή, σε αυτό το επίπεδο, δεν μπορεί να εξωραΐσει τον συνδικαλισμό, τον πράκτορα της αποδοχής και της συντήρησης ενός παράδοξου κόσμου.

Η μαρξιανή ποσοτική ανάλυση ανάγει την παραγωγή σε ύψιστο αγαθό, όπως ακριβώς οι αριστεριστές παραγνωρίζουν την κατάργηση της άμεσης εξουσίας των παραγωγών κι έτσι καταλήγουν κατά απίθανο τρόπο, να υιοθετούν τα συνδικάτα σαν το μόνο που μπορούν να έχουν ανειδίκευτοι εργάτες. Ο οπορτουνισμός κι ο ελιτισμός όλων των Διεθνών, στην πραγματικότητα, η ιστορία της Αριστεράς, έχει τελικά σαν προϊόν το φασισμό, απ’ τη στιγμή που οι συσσωρευμένοι περιορισμοί φέρνουν τ’ αποτελέσματα τους. Αφότου ο φασισμός μπόρεσε να προσελκύσει μ’ επιτυχία τους εργάτες, εμφανιζόμενος ως κατάργηση των απαγορεύσεων, ως «Σοσιαλισμός της Δράσης», κ.τ.λ – ως επαναστατικός – θα έπρεπε να είναι σαφές πόσα θάφτηκαν μαζί με τους Λουδίτες.

Υπάρχουν ήδη κι αυτοί οι οποίοι κολλάνε εκ νέου την ετικέτα «μεταβατική περίοδος» στη σημερινή εντεινόμενη κρίση, ελπίζοντας ότι  θα τελειώσουν όλα ωραία και καλά με μια ακόμα ήττα των Λουδιτών.

Βλέπουμε σήμερα, την ίδια ανάγκη ενίσχυσης της εργασιακής πειθαρχίας όπως και παλιότερα, και την ίδια ίσως αντίληψη της έννοιας της «προόδου» εκ μέρους του πληθυσμού. Κατά πάσα πιθανότητα μπορούμε τώρα ν’ αναγνωρίσουμε πιο ξεκάθαρα όλους τους εχθρούς μας, έτσι ώστε αυτή τη φορά η μετάβαση να βρίσκεται στα χέρια αυτών που δημιουργούν.

 

John και Paula Zerzan, Fifth Estate, Απριλίου 1976.

 

Το κείμενο αυτό υπάρχει σε έντυπη μορφή στα ελληνικά στο μικρό βιβλίο με τίτλο «Η εξέγερση ενάντια στην μηχανή στις ρίζες του εργοστασιακού συστήματος» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος και το οποίο περιλαμβάνει άλλα δύο κείμενα.

Δικαιώματα ή Απελευθέρωση των Ζώων; Μερικές διάσπαρτες σκέψεις πάνω στην Απελευθέρωση, στην Αναρχία και στη Ζωή.

Είναι πολύ συχνό φαινόμενο μέσα στο κίνημα των δικαιωμάτων και της απελευθέρωσης των ζώων να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και κριτικές πάνω στα δικαιώματα απ’ την μία και στην απελευθέρωση από την άλλη, από ατομικότητες, ακτιβιστές, και μέλη οργανώσεων. Για να έχουμε μια καθαρότερη εικόνα για αυτό το γεγονός, πρέπει να ρίξουμε μια κοντινότερη ματιά σε αυτές τις δύο έννοιες. Αρχικά, η έννοια των «Δικαιωμάτων» είναι το να δώσεις σε κάποιον/α το δικαίωμα να κάνει ή να έχει κάτι, με άλλα λόγια τα δικαιώματα πρέπει πρώτα να θεσμοθετηθούν ώστε να χορηγηθούν έπειτα. Η παγίδα στην οποία πέφτουν πολλοί ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ζώων είναι η ουσία και η ιδέα των δικαιωμάτων των ζώων και της δημοκρατίας. Πρώτα, η δημοκρατία προϋποθέτει την ύπαρξη του Κράτους, των νόμων και των θεσμών που κάνουν αυτή την δημοκρατία νόμιμη, χωρίς να έχει καμία σημασία αν η δημοκρατία είναι άμεση ή έμμεση, συνεχίζει να είναι δημοκρατία, κρατική κυριαρχία και επιβολή. Ο αγώνας μας δεν μπορεί να περιχαρακωθεί μέσα στα στενά όρια της δημοκρατίας, καθώς ο αγώνας μας είναι αναρχικός και στόχος του είναι το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή η κατάλυση της δημοκρατίας, του καπιταλισμού και του κράτους, και η αποδόμηση κάθε καταπίεσης και κυριαρχίας. Έτσι λοιπόν, η ιδέα των δικαιωμάτων προϋποθέτει με την σειρά της την συνέχιση του ίδιου ή ενός διαφορετικού συστήματος διακυβέρνησης, θέσπισης νόμων και υποδούλωσης. Τα δικαιώματα των ζώων και των ανθρώπων έχουν ανάγκη από τους νόμους και τους θεσμούς, και εν τέλει και τους αρμόδιους που θεσπίζουν αυτά τα δικαιώματα, δηλαδή έχουν ανάγκη την εξάρτηση από τους κυριάρχους και τους κυβερνήτες. Αυτόματα, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως τα δικαιώματα των ζώων είναι η ιδέα της χορήγησης περισσότερης ελευθερίας στα ζώα, με αυτό να σημαίνει μεγαλύτερα κλουβιά, ανθρωπινότερους τρόπους σφαγής, κτλ. , και η ουσία της ελευθερίας που επιθυμούν να χορηγηθεί να μην είναι ποτέ ενάντια στην ριζική αιτία της εκμετάλλευσης τους, η οποία είναι η καταπίεση από τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του, τα έθνη του, τα κράτη του, τους νόμους, τις μηχανές, τα εργοστάσια, τα εμπορικά κέντρα, τα γουναράδικα, ακόμα και τα φιλήσυχα νοικοκυριά. Και πάνω από όλα, τα δικαιώματα που αυτοί οι εναλλακτικοί ακτιβιστές της νομιμότητας θέλουν να θεσπίσουν για τα ζώα είναι φυσικά ανθρωποκεντρικά, σαν το σύστημα που υπηρετούν και έχουν ανάγκη. Επίσης, πολλές φορές το συγκεκριμένο ζήτημα είναι υπερβολικά μονοθεματικό. Αφού γίνουν χορτοφάγοι ή και βίγκαν, σταματούν εκεί, το βλέπουν σαν αυτοσκοπό, σαν να έχουν κάνει το κομμάτι τους, λες και αυτό από μόνο του είναι ο «αγώνας» τους, και αφού μποϋκοτάρουν την κρεατό-γαλακτό-βιομηχανία, αρχίζουν να λατρεύουν την βίγκαν βιομηχανία, που και αυτή από την πλευρά της δεν παύει να είναι μια καπιταλιστική βιομηχανία, που βιάζει τη Γη και εκμεταλλεύεται ανθρώπους ως εργάτες. Έτσι αυτοί οι εναλλακτικοί μπουρζουάδες φιλόζωοι, βρίσκουν την απόλυτη συμπόνια στην αγάπη τους προς τα ζώα, έχοντας το ως αυτοσκοπό, συμμετέχοντας σε ειρηνικές διαμαρτυρίες, σε πικετοφορίες, σε καταναλωτικά μποϋκοτάζ και σε λίστες υπογραφών για την λύση του τάδε προβλήματος, φυσικά δουλεύοντας μέσα στο σύστημα, και εκτός αυτού διακρίνονται για την λασπολογία τους ενάντια στο μαχητικό κίνημα της απελευθέρωσης των ζώων, όπου ατομικότητες και ομάδες θυσιάζουν την ελευθερία τους για την απελευθέρωση των ζώων και της γης, βάζοντας φωτιές σε επιχειρήσεις, κάνοντας μαχητικές πορείες που έρχονται σε σύγκρουση με τους προστάτες των νόμων τους, κάνοντας απελευθερώσεις ζώων δίνοντας τους έτσι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση της ζωής τους, και γενικότερα κάνοντας άμεσες δράσεις που αποτελούν και πραγματικό κίνδυνο για το καπιταλιστικό σύστημα, που μετράει τα πάντα σε χρήμα και υλικές ζημιές.

Απ’ την άλλη, η ιδέα της Απελευθέρωσης των Ζώων, και της Απελευθέρωσης γενικότερα, είναι η ιδέα του αγώνα όχι μόνο για ελευθερία, αλλά περισσότερο από αυτό, για της απελευθέρωση του εαυτού μας, των ζώων και του περίγυρου μας, από την αρρώστια που ονομάζεται κράτος, καταπίεση, κυριαρχία, και πολιτισμός. Η Απελευθέρωση των Ζώων δεν μπορεί να είναι μονοθεματική, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Απελευθέρωση της Γης και του Ανθρώπου, καθώς και με το κίνημα της Ολικής Απελευθέρωσης. Δεν έχει καμία σχέση με την θέσπιση δικαιωμάτων οποιουδήποτε τύπου, ή με την ανωτερότητα κάποιου να αποφασίζει για το ποιος/ποια/ποιο θα είναι ελεύθερο ή όχι στον ελεύθερο κόσμο που επιθυμούμε, αλλά είναι ένας πόλεμος για την ζωή έξω από τα στεγανά της καταπίεσης, της σκλαβιάς, της εξημέρωσης, της μιζέριας και της συντριβής των ονείρων και επιθυμιών μας. Αρνούμαστε κατηγορηματικά τα δικαιώματα που μας παρέχουν, και αναγνωρίζουμε ένα και μοναδικό δικαίωμα σε αυτόν τον κόσμο. Το Δικαίωμα να ζούμε ως ελεύθερα όντα την ζωή που επιθυμούμε, χωρίς να υπάρχει κάποιος ή κάτι πάνω από το κεφάλι μας που να ελέγχει τις επιλογές μας. Η απελευθέρωση ως έννοια και ως ουσία είναι υπεράνω όλων των ιδεολογιών, όλων των πολιτικών βιβλίων. Δεν επιθυμούμε να απαιτήσουμε περισσότερη ελευθερία για τα μη-ανθρώπινα ζώα από τους καταπιεστές τους, όπως ακριβώς δεν επιθυμούμε να παζαρέψουμε την προσωπική μας ελευθερία από κάθε είδους αφεντικού και κυριάρχου. Το ύψιστο δικαίωμα που αναγνωρίζουμε, και είναι ένα πρωτόγονο δικαίωμα, είναι το να αρπάξουμε μονάχοι μας την ελευθερία που επιζητούμε, όχι μέσα από και στο σύστημα τους, αλλά μέσω της καταστροφής των κρατών τους, των νόμων τους, των θεσμών τους, των βιομηχανιών τους και του πολιτισμού τους, που εξημερώνει τις άγριες ορμές για τον αέναο πόλεμο ενάντια σε κάθε είδους κυριαρχία και αποξένωση από την ίδια την ελευθερία. Ακόμα και αν γνωρίζουμε σοφά πως τα όνειρα μας δεν θα πραγματοποιηθούν στο όλον τους, είμαστε παραπάνω από σίγουροι πως ο αγώνας μας είναι η ίδια μας η ζωή, και μέσα στους εαυτούς μας βασιλεύει η ανάγκη να διαχύσουμε την φωτιά της απελευθέρωσης, τις σκέψεις των ατομικών μας επιθυμιών, και την άμεση δράση εναντίον των εχθρών μας, που ήταν και είναι ηλίου φαεινότεροι.

Η ιστορία της ανθρωπότητας στον πολιτισμό που δημιούργησε, μας έχει δείξει ξεκάθαρα πως η καταπίεση, η εξημέρωση και η κατοχή κάθε στρέμματος του πλανήτη είναι κάποιες από τις αιτίες της εκμετάλλευσης όλων των έμβιων όντων. Τα δεινά που έχει προκαλέσει το ανθρώπινο είδος δεν χωράνε σε ένα άρθρο, ούτε καν σε έναν τόμο για να αναδειχθούν, και δεν ξέρω και κατά πόσο αυτό θα ήταν λειτουργικό ή και ουσιώδες. Η κατάδειξη της μιζέριας και του πόνου που προκαλεί ο θανατερός πολιτισμός τους είναι μόνο ένα κομμάτι του μαινόμενου πολέμου. Είναι η ψυχολογική και θεωρητική βάση, πάνω στην οποία τα πόδια μας πρέπει να πατήσουν δυνατά για τις περαιτέρω ενέργειες. Ενέργειες ενάντια σε όσα μας κρατάνε φυλακισμένους, εμάς και τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη, γιατί καμία εξουσία δεν θα διαλυθεί με λέξεις και χαρτιά, αλλά με δράσεις και εξεγέρσεις. Έτσι δεν θα πρέπει να συμβιβαστούμε με τίποτα λιγότερο από την Ολική Απελευθέρωση της Γης, των Ζώων και των Ανθρώπων, καθώς δεν πρέπει ποτέ να παζαρεύουμε την ελευθερία που ανήκει σε όλους μας. Γεννιόμαστε για να είμαστε ελεύθεροι, αλλά όντας γεννημένοι σε έναν πολιτισμό-φυλακή, η μόνη επιλογή που βγαίνει φυσικά από μέσα μας είναι η αφιέρωση της ζωής μας σε αυτόν τον πόλεμο για απελευθέρωση, για την καταστροφή όλων όσων έχτισαν και για την επαναφορά των πραγματικών μας επιθυμιών στο εδώ και στο τώρα. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο.

Για την Αναρχία